Τη δολοφονική αντεργατική πολιτική κράτους και κεφαλαίου, που οδήγησε στην έκρηξη και τον θάνατο των 5 εργατριών στη βιομηχανία «ΒΙΟΛΑΝΤΑ» στα Τρίκαλα, κατήγγειλαν οι εκατοντάδες εργαζόμενοι και εργαζόμενες που συγκεντρώθηκαν τη Δευτέρα 2/2 στο Σύνταγμα και πορεύτηκαν, υπό αστυνομικό κλοιό, μέχρι τα Προπύλαια.
Ήδη πριν ξεκινήσει η συγκέντρωση, η κυβέρνηση είχε παρατάξει αστυνομικούς σε όλο το μήκος της Λεωφόρου Αμαλίας απέναντι από τη Βουλή. Σύντομα οι «ήπιες» αστυνομικές δυνάμεις αντικαταστάθηκαν από ροπαλοφόρους με ασπίδες, με σαφή την επιχείρηση τρομοκράτησης. Η γραμμή της κυβέρνησης απέναντι στην καταγγελία του πολύνεκρου εργοδοτικού εγκλήματος είναι συνεπής με την πολιτική που οδήγησε σ' αυτό: οι εργαζόμενοι πρέπει να σκύβουν το κεφάλι και να υπομένουν σιωπηλοί την καταδίκη τους στην υπηρεσία του κεφαλαίου.Αυτή η πολιτική είναι που όπλισε το χέρι της «επιτυχημένης» εργοδοσίας της «ΒΙΟΛΑΝΤΑ» να απαιτεί υπογραφές από τις εργάτριες σε ιδιωτικά συμφωνητικά ότι «δεν θα συνδικαλιστούν ποτέ». Να απαγορεύει ακόμα και την επαφή τους με συνδικαλιστικά όργανα. Να κάνει -ακόμα και μετά την έκρηξη- εργάτριες που επέζησαν να φοβούνται να μιλήσουν για το πώς αναγκάζονταν να δουλεύουν. Να δουλεύουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ώστε «να μη σταματάει ποτέ η παραγωγή». Να κάνουν επί μήνες βάρδια μέσα στη μυρωδιά του προπανίου που είχε κατακλύσει κάθε χώρο του εργοστασίου. Να αντιμετωπίζονται με κοροϊδίες όταν ανέφεραν ξανά και ξανά το πρόβλημα. Να τους λένε ότι «δεν είναι αυτό που νομίζουν».
Όπως ακριβώς η κυβέρνηση μας λέει ότι οι σκοτωμένοι και σακατεμένοι στη δουλειά δεν είναι όσοι γνωρίζουμε, αλλά όσοι δηλώνει η ίδια ως ΕΛΣΤΑΤ στη EUROSTAT. Κι ας έχει καταγγελθεί ότι οι αριθμοί που εμφανίζει η ΕΛΣΤΑΤ ήταν επί χρόνια το ένα τρίτο των αριθμών που δημοσίευε το ΣΕΠΕ. Κι ας έχει γίνει γνωστό ότι, με πίεση της διοίκησης της «Επιθεώρησης Εργασίας» (της ανεξάρτητης αρχής που αντικατέστησε το ΣΕΠΕ με τον νόμο Χατζηδάκη), το 2022 αναθεωρήθηκαν αναδρομικά (!) τα στοιχεία των προηγούμενων ετών για να συγκαλυφθεί η αλήθεια και να υπηρετηθεί το αφήγημα της κυβέρνησης.
Αυτό το σκηνικό αχαλίνωτης εκμετάλλευσης και εργοδοτικής ασυδοσίας, όπως επικρατούσε στη «ΒΙΟΛΑΝΤΑ», θέλει να αποδεχτούμε σαν «κανονικότητα» η κυβέρνηση και συνολικά το σύστημα. Τέτοια εγκλήματα ενάντια στην εργατική τάξη προκαλούν οι αντεργατικοί νόμοι, που παρουσιάζονται σαν «στήριξη στον εργαζόμενο» και «προστασία στην πράξη», για να θυμηθούμε τον τίτλο του τελευταίου νόμου Κεραμέως για το 13ωρο και τις υποτιθέμενες «ρυθμίσεις για τη βελτίωση των συνθηκών υγείας και ασφάλειας στους χώρους απασχόλησης». Είδαμε τι «βελτίωση» έφερε.
Μέσα σ' αυτό το ζοφερό τοπίο, πώς να ακουστεί η φωνή των εργατριών πριν καταδικαστούν σε θάνατο από το κεφάλαιο; Πόσος χώρος «επιτρέπεται» σε μια διαδήλωση που καταγγέλλει την αντεργατική πολιτική, φωνάζει πως οι εργάτες και οι εργάτριες δεν είναι εργαλεία, αλλά είναι αυτοί που παράγουν τον πλούτο της κοινωνίας και έχουν δικαίωμα να δουλεύουν και να ζουν ασφαλείς;



