Ναι, όπως γράφεται, τα σωματεία κουβαλάνε τα βαρίδια της ήττας και αποτυπώνεται σε αυτά ο συνολικός αρνητικός συσχετισμός που υπάρχει σε βάρος του κόσμου της δουλειάς. Όμως κουβαλάνε και κατακτήσεις του παρελθόντος που σε διάφορες στιγμές και φάσεις του κινήματος αναδεικνύονται. Όπως η συνείδηση πως για το πρόβλημα στο χώρο της δουλειάς οι εργαζόμενοι θα απευθυνθούν στο σωματείο. Το κατά πόσο αυτή η απεύθυνση θα γίνει αγώνας και σύγκρουση με την εργοδοσία ή μια πελατειακή σχέση που θα αφήσει για άλλη μια φορά τον εργαζόμενο αδρανή και ευάλωτο στην επίθεση, είναι ζήτημα του τι κυριαρχεί πολιτικά στο σωματείο. Γεγονός που αναδεικνύει και τη σημασία της σταθερής παρέμβασης της Ταξικής Πορείας σε αυτά.
Το παράδειγμα με τους εργαζόμενους στον Παπαγεωργίου στα Γιάννενα ανέδειξε τα παραπάνω περίτρανα. Οι εργαζόμενοι από τη μία αποφάσισαν να παλέψουν απέναντι στις στοχεύσεις της εργοδοσίας, απευθύνθηκαν στο σωματείο εμποροϋπαλλήλων, και η ηγεσία του σωματείου τους καλούσε σε «ενημερώσεις» σε σχέση διεξαγωγή της διαπραγμάτευσης που γινόταν για αυτούς χωρίς αυτούς! Στις παρεμβάσεις που έκανε η Ταξική Πορεία και σε συζητήσεις με τους εργαζόμενους τόνιζε ότι πρέπει το σωματείο Εμποροϋπαλλήλων να κάνει συνέλευση άμεσα και να παρθούν αποφάσεις αγώνα και ανοίγματος του ζητήματος στην πόλη. Μια άποψη, που όπως ήταν λογικό, έβρισκε σύμφωνους τους εργαζόμενους που έβλεπαν την εργοδοσία να ελίσσεται και να προχωράει τους σχεδιασμούς της. Τελικά το σωματείο έκανε συνέλευση πολλούς μήνες μετά από όταν άνοιξε το ζήτημα στην πόλη, γιατί όπως γίνεται αντιληπτό σε συνελεύσεις μεταγενέστερες από όταν κρίνεται ένας αγώνας και προφανώς πιο άμαζες με βάση αυτό, τα πράγματα τσουλάνε πιο εύκολα για αυτούς που εξαρχής πάσχιζαν για έναν γρήγορο συμβιβασμό με την εργοδοσία.
Σε γενικό επίπεδο, σε περιόδους ανόδου του εργατικού κινήματος, τα σωματεία μαζικοποιούνται και οι διαδικασίες τους γίνονται πολύ πιο ουσιαστικές. Είναι κρίσιμο σε αυτά να υπάρχει ήδη μία συγκροτημένη άποψη που να παρεμβαίνει με όσο το δυνατόν καλύτερους όρους για να καταφέρει να επηρεάσει τον αγώνα, σε κατεύθυνση σύγκρουση και όχι συμβιβασμού. Αυτό μεταφράζεται στη σημερινή φάση όχι απλά σε μια τοποθέτηση με βάση τα τρέχοντα αλλά στην αντιπαράθεση με τις δυνάμεις που κυριαρχούν στα σωματεία, στην ανάδειξη διαφορετικής άποψης και όχι απλά της λίγο πιο αριστερής (ότι λέμε άλλο πράγμα εντελώς!), στην προσπάθεια συμμετοχής στις συνελεύσεις κόσμου που αναφερόμαστε και συζητάμε. Η συζήτηση, μάλιστα, για την ανάγκη μαζικών σωματείων στις σημερινές συνθήκες με εργαζόμενους που δεν έχουν καμία επαφή με αυτά, θα πρέπει να πηγαίνει μαζί με τη συζήτηση για το τι κατάσταση επικρατεί σήμερα. Συζήτηση καθόλου εύκολη, με βάση την απογοήτευση που κυριαρχεί, αλλά αναγκαία και αρκετά πιο επιβλαβή αν αποφευχθεί.
Θα έλεγα, τέλος, ότι η μη συμμετοχή λόγω της αρνητικής κατάστασης που επικρατεί, όχι μόνο δεν θα συνεισέφερε στην ανατροπή της αλλά θα οδηγούσε σε περιχαράκωση.
Νατάσα Ρ. ιδιωτική υπάλληλος