Κράτος ταξικό, αλλά ποιας τάξης;

Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε την προσπάθεια του συστήματος να αναβαθμίσει τον ρόλο του κράτους και των θεσμών του στη διεξαγόμενη επίθεσή του απέναντι στα δικαιώματα της εργατικής τάξης και του λαού. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο αποσυγκρότησης του εργατικού κινήματος, ολομέτωπης επίθεσης του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος και αρνητικού συσχετισμού σε βάρος της εργατικής τάξης. Με τα όργανα πάλης της εργατικής τάξης, εκεί που δεν είναι πλήρως εργοδοτικά, να βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Σε μια περίοδο που η εργατική τάξη αναζητά τους συμμάχους, και (ξανά)αναγνωρίζει τους εχθρούς της. Στη συγκεκριμένη φάση, αυτό έχει αποτυπωθεί με μια σειρά νόμων, συμφωνιών, προτάσεων και επιλογών, ώστε να σφίξει ακόμα περισσότερο τη θηλειά γύρω από τον λαιμό των εργαζομένων. Θα λέγαμε πως είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της επίθεσης, για να μπορέσει να στερήσει ακόμα και τη δυνατότητα των εργαζομένων να απαντήσουν αγωνιστικά απέναντι σε αυτή τη πραγματικότητα. Συγκεκριμένα και κάπως συνοπτικά έχουμε:

Νόμος για τον κατώτατο μισθό. Με τον νόμο 5163/2024, περνάει ουσιαστικά στα χέρια της κυβέρνησης και του υπουργείου Εργασίας ο κατώτατος μισθός. Με διάφορες επιτροπές και φορείς να… γνωμοδοτούν, τον διάλογο με ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, και την τελική απόφαση στα χέρια του υπουργού, αιχμαλωτίζει τον κόσμο της εργασίας σε μόνιμη φτώχεια και εξαθλίωση. Με τη σφραγίδα της «αντικειμενικότητας», μια επιλογή ταξική και απόλυτα συνυφασμένη με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, «αφαιρεί» από τους εργαζομένους τη δυνατότητα της πάλης για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς που να καλύπτουν το κόστος ζωής, και «αναλαμβάνει» το κράτος με τους θεσμούς του να «βελτιώσει» την καθημερινότητα των εργαζόμενων μαζών.

«Κοινωνική συμφωνία» κυβέρνησης, εργοδοτών και ΓΣΕΕ για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις και πάντα στα πλαίσια του «κοινωνικού διαλόγου», κυβέρνηση, εργοδοτικές ενώσεις και ΓΣΕΕ κατέληξαν στο σχέδιο δράσης για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ). Ένα σχέδιο που προσπαθεί να εγκλωβίσει τους εργαζομένους, και να διαμορφώσει ΣΣΕ στα μέτρα του κεφαλαίου και για τις δικές του ανάγκες, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες του κόσμου της εργασίας.

Συνταγματική αναθεώρηση-δημοσιονομική ισορροπία. Από τις δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών το προηγούμενο διάστημα, φαίνεται πως εξετάζεται μια πρόταση για συμπερίληψη κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας στο σύνταγμα. Τα «ματωμένα πλεονάσματα» να αποτελούν λοιπόν βασικό στοιχείο του ανώτατου νόμου του αστικού κράτους, του συντάγματος. Καταδίκη της εργατικής τάξης σε μόνιμη φτώχεια.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε φυσικά και τον διακαή πόθο του κεφαλαίου και του κράτους, να βάλουν για τα καλά τα χέρια τους μέσα στα σωματεία, και να αφοπλίσουν τους εργαζομένους από τα εργαλεία πάλης τους. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας στη συνέχεια, με τα λοκ-άουτ, το 50%+1 για προκήρυξη απεργίας, τα μητρώα, το ΓΕΜΗΣΟΕ, τις ηλεκτρονικές κάλπες, την απαγόρευση διαδηλώσεων, τα πειθαρχικά και διώξεις στο δημόσιο κ.ά. προσπάθησαν να βάλουν φραγμό στην ανάπτυξη του ταξικού συνδικαλισμού.

Δικαιώματα και κατακτήσεις, κερδισμένα από τους αγώνες της εργατικής τάξης, περνάνε με νόμους στα χέρια των κυβερνήσεων και του κράτους. Αυτή η διαδικασία, πέρα από το ότι δυσχεραίνει τους όρους ζωής των εργαζομένων και τους «αφαιρεί» τη δυνατότητα πάλης για να τους ανατρέψει, ανοίγει από μερίδες της κυρίαρχης και ρεφορμιστικής αριστεράς ξανά τη συζήτηση: Τελικά τι περιθώρια διαχείρισης ανοίγονται μέσα στο αστικό κράτος;

Είναι δεδομένο πως για αυτό το κομμάτι της αριστεράς, το αστικό κράτος δεν είναι «απέναντι». Δεν είναι εχθρικό απέναντι στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Αντίθετα, εμφανίζεται σαν μια ουδέτερη οντότητα, η οποία μέσα από τον συσχετισμό (κοινοβουλευτικό;) μπορεί να ανοίξει διαδρόμους για την καλύτερευση των όρων δουλειάς και ζωής μας. Ή ακόμα περισσότερο, μπορεί να αποτελέσει βασικό στοιχείο διαπάλης, ώστε να ανοίξει δρόμους για μια μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. H βάση αυτής της άποψης ακουμπάει στις ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους και την ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, και μπορεί να φαίνεται πως είναι μακριά από τα ζητήματα που αντιμετωπίζει ένας εργαζόμενος στο σήμερα, αλλά δεν είναι έτσι. Αφορά και έχει προεκτάσεις σε κάθε μικρό ή μεγάλο εργατικό αγώνα που ξεσπά, σε κάθε στιγμιότυπο της ταξικής πάλης. Αφορά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και την έκβαση του εκάστοτε αγώνα της εργατικής τάξης, αλλά και την έκβαση και των επόμενων, καθώς διαπαιδαγωγεί και «μαθαίνει» την εργατική τάξη αν καταφέρει και την πείσει.

Αυτή η αντίληψη, συχνά πυκνά, δηλαδή σχεδόν σε κάθε εργατικό αγώνα που ξεσπά, εμφανίζεται σε αιτήματα με τη μορφή της «κρατικοποίησης». Ιδιαίτερα όταν προκύπτει μια ιδιωτικοποίηση κάποιου φορέα που υπαγόταν μέχρι στιγμής σε κρατικό έλεγχο. Αν πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά, πρέπει να τονίσουμε πως οποιαδήποτε ιδιωτικοποίηση θα φέρει χειρότερες συνθήκες εργασίας για τους εργαζομένους και χειρότερες υπηρεσίες στους πολίτες που εξυπηρετεί ο εκάστοτε φορέας. Η αντίθετη συνεπαγωγή ΔΕΝ προκύπτει. Ο μόνος τρόπος ώστε η εργατική τάξη να βελτιώσει τους όρους ζωής και δουλειάς της, είναι ο αγώνας της. Ανεξάρτητος από κράτος, ανυποχώρητος απέναντι σε εργοδοσία και κεφάλαιο, που πατάει στα πόδια του, ξέρει τις δυνατότητές του και δεν αποπροσανατολίζεται.

Εδώ λοιπόν βρίσκονται οι προβληματικές σε σχέση με τις προτάσεις για κρατικοποιήσεις, γιατί πάνε κόντρα στα δεδομένα που θέσαμε παραπάνω. Το εργατικό λαϊκό κίνημα δεν βρίσκεται σε κατάσταση εφόδου απέναντι στο σύστημα, αντίθετα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη ήττα. Ψάχνει τα βήματά του. Σχέδια επί χάρτου για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό και ένας σχεδιασμός μοντέλων διακυβέρνησης, που παραποιούν την πραγματικότητα και εμφανίζουν την εργατική τάξη σαν έτοιμη να αναλάβει την εξουσία, μόνο αυταπάτες μπορεί να δημιουργήσει. Αυταπάτες και για τις ανάγκες που υπάρχουν στην πραγματική συγκρότηση της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της, αλλά και για τον ρόλο που έχει να παίξει το κράτος σε αυτή την πορεία. Διότι το καπιταλιστικό κράτος, είναι το κράτος της αστικής τάξης, εκπροσωπεί συνολικά τα συμφέροντά της, είναι κατεξοχήν φτιαγμένο να καταπιέζει την εργατική τάξη, και φέρει ακέραια τη σφραγίδα της σε όλες τις δομές και τους οργανισμούς του. Αυτή τη σφραγίδα δεν πρόκειται να την παραδώσει αναίμακτα.

Όσες φορές το αστικό κράτος αναγκάστηκε να ενσωματώσει αιτήματα του εργατικού λαϊκού κινήματος, το έκανε υπό την ασφυκτική πίεσή του, καθώς και από τη δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, της ΕΣΣΔ, που ασκούσε τεράστια επιρροή στους εργάτες και τους λαούς. Ήταν αποτέλεσμα σκληρών ταξικών αγώνων και αμέτρητων θυσιών των εργατών. Όμως κάθε στιγμή, τις θεωρούσε και ήταν ξένο σώμα για την ύπαρξη και τη λειτουργία του, και προσπαθούσε από τότε να τις διώξει από πάνω του. Με αυτή την αντίληψη πρέπει να δομούνται οι αγώνες της εργατικής τάξης στο σήμερα. Σηκώνοντας τις σημαίες της απέναντι από τη συνδιαχείριση και την ταξική συνεργασία. Στην πάλη για την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης μπορεί να ελπίζει για να δει καλύτερες μέρες. Με βάση αυτές τις βασικές αρχές πρέπει να διαμορφώνει και τα αιτήματα πάλης της για το σήμερα.

Αυτό το κράτος, δεν αναδιαμορφώνεται, ούτε εκδημοκρατίζεται. Το χρέος της εργατικής τάξης είναι να καταστρέψει αυτό το κράτος, και στην πορεία εξέλιξης του αγώνα της να χτίσει το δικό της. Ένα κράτος της εργατικής τάξης, ένα κράτος σοσιαλιστικό.

Ντίνος, εργαζόμενος στις τηλεπικοινωνίες και την πληροφορική