Κατ’ αρχάς αυτό που περιγράφει η καταγγελία δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό και δεν οφείλεται μόνο γιατί μια διευθύντρια ή ένας διευθυντής αυθαιρετεί ή παραβιάζει το νόμο. Είναι ο κανόνας που επικρατεί στους χώρους εργασίας στα ξενοδοχεία, αλλά και σε άλλους εργασιακούς χώρους που έχουν σχέση με τον τουρισμό. Προκειμένου να υποστηριχθεί το «τουριστικό θαύμα» απαιτούνται εργασιακές συνθήκες γαλέρας για τους εργαζόμενους στον τομέα αυτόν, όπου κυριαρχεί η εντατικοποίηση της εργασίας, τα ατέλειωτα ωράρια, η εργασία σε 7ήμερη βάση και προφανώς υπερωρίες που στην καλύτερη περίπτωση υποδηλώνονται και στη χειρότερη περίπτωση δεν πληρώνονται καν.
Η κυβέρνηση για λογαριασμό των εργοδοτών, έχει δημιουργήσει ένα νομικό οπλοστάσιο με τους νόμους Χατζηδάκη, Γεωργιάδη και Κεραμέως, όπου οι εργασιακές σχέσεις που επικρατούν με τα 13ωρα, την 6ήμερη εργασία, τα σπαστά ωράρια κλπ, θεωρούνται νόμιμες και η δυνατότητα της απεργιακής απάντησης ουσιαστικά παράνομη. Εκτός από τη νομοθεσία, ευθύνη για την κατάσταση αυτή φέρει και η κατάσταση στα συνδικαλιστικά όργανα, όπου κυριαρχεί ο εργοδοτικός και ρεφορμιστικός συνδικαλισμός και η λογική της ανάθεσης έναντι στη λογική της οργάνωσης και αγώνα. Η ανακοίνωση του σωματείου κινείται στη λογική της υπεράσπισης των αντεργατικών νόμων, όπου αντί να κάνει ενέργειες για να οργανωθούν οι εργαζόμενοι στα ξενοδοχεία και να δουν πώς θα απαντήσουν σε όλα αυτά, παραπέμπει τη λύση των προβλημάτων στην επιθεώρηση εργασίας και σε άλλα ένδικα μέσα, ζητώντας να εφαρμοστεί η νομοθεσία η οποία είναι που σε μεγάλο βαθμό παρέχει τη δυνατότητα στους εργοδότες να επιβάλουν αυτές τις συνθήκες στους χώρους δουλειάς.






