Στην ELECTROVAM, η επιδίωξη της μέγιστης κερδοφορίας του κεφαλαίου αποτυπώνεται υλικά στην πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Ο χώρος παραγωγής λειτουργεί ως ζώνη επικίνδυνης έκθεσης σε ρύπους, ο εξαερισμός παραμένει συνειδητά ανεπαρκής και στο χώρο παραγωγής και στον βιολογικό καθαρισμό, ενώ πετρελαιοκίνητο κλαρκ κινείται σε κλειστούς χώρους εργασίας, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ατμόσφαιρα. Παράλληλα, η εργοδοσία διατηρεί κατεστραμμένο εξοπλισμό που έχει ήδη προκαλέσει τραυματισμούς. Η απουσία προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στο χώρο φορτοεκφόρτωσης αλουμινίων, διαδρόμων ασφαλούς διέλευσης, Μέσων Ατομικής Προστασίας και γιατρού εργασίας, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία θέρμανσης τον χειμώνα, επιβεβαιώνουν ότι για την επιχείρηση η ασφάλεια αποτελεί περιττό κόστος μπροστά στην εντατικοποίηση της παραγωγής για την μεγιστοποίηση του κέρδους.
Η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση σωματείου συγκρούστηκε εξ αρχής με τα ιδεολογικά και αντικειμενικά εμπόδια που γεννά η κυρίαρχη ιδεολογία. Ο διάλογος με τους εργάτες βρήκε εμπόδια από τον φόβο της απόλυσης, την έλλειψη συνδικαλιστικής παιδείας, καθώς και την επίδραση δεξιών και ακροδεξιών αντιλήψεων που απαξίωναν τη συλλογική διεκδίκηση. Ωστόσο, η κοινή πραγματικότητα της εκμετάλλευσης στον χώρο δουλειάς αποτέλεσε το έδαφος για να αναπτυχθεί ταξική συνείδηση. Η σταθερή άρνηση της εργοδοσίας να αναγνωρίσει τα Βαρέα και Ανθυγιεινά, η παντελής έλλειψη μέτρων ασφαλείας, καθώς και το κύμα των άδικων απολύσεων με αποκλειστικό γνώμονα τη μείωση του κόστους και την αύξηση των κερδών της εταιρείας, έφερε μπροστά την αλληλεγγύη ανάμεσα στους συναδέλφους. Αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα της κατάστασης η εργοδοσία προχώρησε στην εκδικητική απόλυσή για ξεκάθαρους συνδικαλιστικούς λόγους, γεγονός που έσπρωξε τους συνάδελφους να επιδείξουν άμεσα ταξικά αντανακλαστικά, εκφράζοντας ετοιμότητα για στάση εργασίας. Αυτή η δυναμική βρήκε απέναντι της την εργοδοτική τρομοκρατία και την αδυναμία κινητοποίησης του σωματείου βάσης του μετάλλου, που ελέγχεται από τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Η στάση αυτή άφησε το εργοστάσιο ακάλυπτο νομικά και οργανωτικά, διευκολύνοντας την εργοδοτική τρομοκρατία.
Οι δυνάμεις της Ταξικής Πορείας παρενέβησαν αποφασιστικά με κινητοποιήσεις έξω από τις πύλες του εργοστασίου, μαζικό μοίρασμα κειμένων ενημέρωσης των δικαιωμάτων και της ανάγκης για διεκδικήσεις και έμπρακτη αλληλεγγύη κατά τις μέρες της απόλυσης.
Η παρέμβαση αυτή ανέδειξε ένα βασικό ζήτημα του εργατικού κινήματος: οι εργάτες, μέσα από την αυθόρμητη δράση τους, μπορούν να φτάσουν μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο ριζοσπαστικοποίησης. Όμως, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ο οργανωμένος ταξικός αντίπαλος, απαιτείται σταθερή πολιτική κατεύθυνση και οργανωμένη στήριξη, μακριά από λογικές ταξικής συνδιαλλαγής.
Η εμπειρία της ELECTROVAM αποτελεί πολιτικό μάθημα για την ανασυγκρότηση των ταξικών αγώνων. Αποδεικνύεται η ανάγκη για βαθύτερη και οργανική σύνδεση με τους χώρους δουλειάς και για συγκρότηση επιχειρησιακών σωματείων μέσα στα ίδια τα εργοστάσια. Η απεύθυνση στην εργατική τάξη δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, καθώς πρέπει να ενσωματώνει τη γλώσσα των άμεσων αναγκών της καθημερινότητας και να τη μετατρέπει σε πολιτική γραμμή σύγκρουσης. Μόνο μέσα από τη διαρκή παρουσία, τη συνέπεια και την ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων εμπιστοσύνης με τους εργαζόμενους, θα δημιουργηθούν οι πολιτικοί όροι για την υπέρβαση του φόβου. Ο αγώνας μέσα στους χώρους δουλειάς αποτελεί την αφετηρία για την αντεπίθεση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Λ.Γ.