Για το ΓΕΜΗΣΟΕ και τις ηλεκτρονικές εκλογές

Το Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕΜΗΣΟΕ) μπήκε στη ζωή μας το 2021 με το νόμο Χατζηδάκη και περιλάμβανε την καταχώρηση στοιχείων των σωματείων όπως η επωνυμία τους, στοιχεία του καταστατικού τους, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στοιχεία σχετικά με τις εκλογές (πόσοι ψήφισαν, ημερομηνία κτλ). Αυτό συνδεόταν και με τη δυνατότητα του σωματείου να συνάψει ΣΣΕ ή να προσφύγει σε μεσολάβηση/διαιτησία, αφού σωματεία που δεν ήταν γραμμένα στο ΓΕΜΗΣΟΕ δεν είχαν αυτό το δικαίωμα. Με το νόμο που ήρθε φέτος στη βουλή για την “Κοινωνική Συμφωνία”, οι όροι αυτοί άλλαξαν λίγο. Η καταχώρηση των μελών διοίκησης γίνεται μόνο με ρητή συγκατάθεσή τους, ενώ δεν δεν απαιτείται η εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ για τη σύναψη ΣΣΕ αλλά απαιτείται για να επεκταθεί αυτή η σύμβαση.
Αυτό που δεν άλλαξε είναι η κατεύθυνση που βάζει ένα τέτοιο μητρώο κι είναι η μεγαλύτερη εμπλοκή κι έλεγχος του κράτους στη λειτουργία και στη ζωή των σωματείων. Η μη συμμόρφωση ενός σωματείου κι η άρνηση του να δώσει τα στοιχεία του στο κράτος συνδέεται άμεσα με κυρώσεις. Οι οποίες στο μέλλον μπορούν να αυξηθούν, αφού αυτή είναι η πρώτη εισαγωγή αυτού του μητρώου κι είναι λογικό να “χρυσώνεται” κάπως το χάπι.

Η υιοθέτηση του ΓΕΜΗΣΟΕ από τα σωματεία, όπως και το υπόλοιπο πλαίσιο του νόμου Χατζηδάκη, αρχικά δεν έγινε αποδεκτό από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ και τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που αναφέρονται στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, γιατί υπήρχε εξαρχής η θέση των δυνάμεων κυρίως του ΠΑΜΕ “να μείνει στα χαρτιά ο νόμος” κι όχι πάλη για την ανατροπή του. Ενώ σε συνέλευση του σωματείου μισθωτών τεχνικών το 2023 υπήρξε τοποθέτηση από σχήμα που πρόσκειται στη ΛΑΕ που λίγο πολύ έλεγε ότι δεν έχει νόημα να αντιταχθούμε στην εγγραφή του ΓΕΜΗΣΟΕ αφού το κράτος μας ξέρει ήδη.

Αυτή η στάση άλλαξε σταδιακά, χαρακτηριστική η περίπτωση των εκλογών του ΣΕΤΗΠ το 2024 στην Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη, στα σωματεία που παρεμβαίνει η Αγωνιστική Πρωτοβουλία, ΣΜΤ, ιδιωτικών υπαλλήλων και ΣΕΤΗΠ, η στάση αυτή άλλαξε στις φετινές εκλογές. Αφορμή ήταν ο εκβιασμός της πλειοψηφίας του ΕΚΘ, της ΠΑΣΚΕ δηλαδή, ότι θα εγκρίνει αντιπροσώπους μόνο από σωματεία που εφαρμόζουν την ηλεκτρονική ψηφοφορία. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ αποφάσισαν να εφαρμόσουν ηλεκτρονικές κάλπες παράλληλα με τις φυσικές, με την ηλεκτρονική κάλπη να μένει ανοιχτή για 15 λεπτά έως κι όλη τη διάρκεια της ψηφοφορίας, ανάλογα με το σωματείο. Επιπλέον αντί αυτή η επιλογή να τεθεί στα μέλη του σωματείου και να συζητηθεί, ανακοινώθηκε στις εκλογοαπολογιστικές συνελεύσεις, παρουσιάζοντας μάλιστα αυτή την επιλογή σαν “ελιγμό αντεπίθεσης”! 

Τέτοια εξέλιξη δεν αποκλείει σε επόμενη φάση την εφαρμογή ηλεκτρονικών συνελεύσεων, που ήδη εφαρμόζεται στο επιχειρησιακό σωματείο της Teleperformance, και την εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ. Όπως εξάλλου αναφέρθηκε στην εκλογοαπολογιστική συνέλευση του ΣΕΤΗΠ θα καταχωρηθεί κι ένα μέλος του ΔΣ στο μητρώο, ενώ ήδη στις εκλογές καταχωρούνται τα ψηφοδέλτια κι ένα άτομο ως εφορευτική επιτροπή! Η εφαρμογή ηλεκτρονικών συνελεύσεων και ψηφοφοριών υποβαθμίζουν την πολιτική διαδικασία ενώ κάνουν πιο εύκολο τον εκβιασμό της εργοδοσίας, αφού η απουσία του παραβάν κάνει τον εργαζόμενο πιο ευάλωτο σε πιέσεις του εργοδότη του, που μπορεί να απαιτήσει να ψηφίσει μπροστά του. Ενώ το κράτος θα μπορεί να ασκεί πλήρη έλεγχο στα σωματεία, με κύριο σκοπό να βγάζει τις πραγματικές συνελεύσεις και τις απεργίες παράνομες.


Σαν Αγωνιστική Πρωτοβουλία επιλέξαμε να απέχουμε από αυτές τις εκλογές για να μη νομιμοποιήσουμε τις ηλεκτρονικές εκλογές αλλά και για να αναδείξουμε τη σημασία της αντίθεσης σε αυτή την επιλογή της ηγεσίας των σωματείων. Κάναμε όμως κανονικά παρέμβαση στις εκλογές, προπαγανδίζοντας τη στάση της αποχής, σαν μια πολιτική στάση καταγγελίας που, όπως κι η συμμετοχή πρέπει να παλεύεται ανοιχτά. Επιπλέον, η επιλογή αυτή μας επέτρεψε να συζητήσουμε σχετικά με τις ηλεκτρονικές κάλπες και με τις υπόλοιπες δυνάμεις που παρεμβαίνουν στα σωματεία αλλά και με εργαζόμενους που ήρθαν να ψηφίσουν. Συζήτηση που δεν θα ήταν δυνατή αν εφαρμοζόταν εξ ολοκλήρου ηλεκτρονική ψηφοφορία και που γίνεται με σαφώς καλύτερους όρους όσο πιο ζωντανό και μαζικό είναι ένα σωματείο. Γιατί σε ένα σωματείο που δεν συσπειρώνει εργαζόμενους, δεν υπάρχει και κάποιος να συζητήσεις

Οι υπόλοιπες δυνάμεις των σωματείων αυτών δυστυχώς δεν αξιολόγησαν σαν αντίστοιχα σοβαρή αυτή την επιλογή του ΠΑΜΕ. Κάποιες από αυτές διαφώνησαν αλλά συμμετείχαν κανονικά στις εκλογές παρά τη διαφωνία ενώ άλλες δεν πειράχτηκαν ιδιαίτερα αφού “για 15 λεπτά η ηλεκτρονική κάλπη δεν πειράζει”. Μια επιλογή που αντικειμενικά αποδυνάμωσε τη δυνατότητα αποφασιστικής καταγγελίας της εισαγωγής των πρακτικών αυτών στα σωματεία.

Η απόφαση της αποχής για μια από τις κεντρικές διαδικασίες των σωματείων δεν πάρθηκε αβασάνιστα, παρ’ όλα αυτά θεωρήθηκε σαν η καταλληλότερη για την ανάδειξη του θέματος στην τρέχουσα συγκυρία. Αυτή η στάση θα πρέπει να επανεξεταστεί σε επόμενες εκλογές και να κριθεί με καινούρια δεδομένα που μπορεί να έχουν προκύψει και πάντα με γνώμονα τι λειτουργεί προωθητικά για την πάλη των εργαζομένων.


Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, εργαζόμενος στην έρευνα