ΣΣΕ και πραγματική διαπραγματευτική ισχύς των σωματείων

Η συζήτηση για την «επαναφορά» των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας άνοιξε από πλευράς συστήματος δυστυχώς, το 2022, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση δημοσίευσε την Οδηγία προς τα κράτη-μέλη της για κάλυψη με ΣΣΕ του 80% των εργαζόμενων σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα, η Οδηγία ενσωματώθηκε στη νομοθεσία το 2024, με τον νέο τότε νόμο για τον καθορισμό του Κατώτατου Μισθού (σύμφωνα με μαθηματικό αλγόριθμο και πάντα στα όρια των «αντοχών» της οικονομίας), ενώ φέτος επανέρχεται το ζήτημα των ΣΣΕ με την κακόφημη Κοινωνική Συμφωνία της Κεραμέως.


Ακόμα και το γεγονός ότι το ζήτημα άνοιξε με πρωτοβουλία του συστήματος και με όρους συστήματος (ψήφιση νόμων), φανερώνει από μόνο του ότι πρόκειται για αντεργατικές ρυθμίσεις, που στόχο έχουν να αφαιρέσουν από τους εργαζόμενους τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης. Ποτέ -μα ποτέ- το σύστημα και οι κυβερνήσεις του δεν προώθησαν φιλεργατικά μέτρα, εκτός αν η ανάπτυξη και η πίεση του εργατικού κινήματος (και του κινήματος συνολικότερα) τους το επέβαλε με όρους εκβιασμού.

Οι ΣΣΕ αποτελούσαν και αποτελούν στοιχείο ενοποίησης των εργαζομένων, αποτέλεσμα της πίεσης και της πάλης τους, στη διεκδίκηση καλύτερων όρων εργασίας κόντρα στην εργοδοσία. Το ύψος των μισθών και τα δικαιώματα που ενσωματώνουν οι ΣΣΕ, δηλαδή το πόσο και το τι κατακτούν οι εργαζόμενοι, είναι αποτέλεσμα του κάθε φορά συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στους εργαζόμενους (και τα σωματεία τους) και στην εργοδοσία. Δηλαδή, είναι αποτέλεσμα του κατά πόσο οι εργαζόμενοι μπορούν εκβιαστικά να επιβάλουν την επιστροφή σε αυτούς μεγαλύτερου μέρους των κερδών που οι ίδιοι έχουν παράξει.

Στη σημερινή, λοιπόν, φάση, είναι φανερό ότι αυτός ο συσχετισμός δύναμης γέρνει υπέρ της εργοδοσίας. Πρέπει να έχουμε σαφές ότι η ευρωπαϊκή Οδηγία έρχεται να υπηρετήσει αυτόν τον συσχετισμό και όχι να τον ανατρέψει προς όφελος των εργαζομένων.

Ωστόσο, μια σειρά δυνάμεις που παρεμβαίνουν στο κίνημα και στα σωματεία, εκτίμησαν ότι πλέον το πολιτικό «κλίμα» είναι ευνοϊκό για την υπογραφή ΣΣΕ. Πρώτα-πρώτα οι αστικές συνδικαλιστικές δυνάμεις, που συνυπέγραψαν την Κοινωνική Συμφωνία, καυχιόνται για τις ΣΣΕ που έχουν υπογράψει και προσμένουν την αναγνώρισή τους από την κυβέρνηση μέσω της κήρυξής τους γενικά υποχρεωτικές. Συμβάσεις που αναπαράγουν ρυθμίσεις των αντεργατικών νόμων, περιλαμβάνουν μηδαμινές αυξήσεις (και αν), και συχνά προβλέπουν τον κατώτατο μισθό για κάποιες κατηγορίες εργαζομένων! Από κοντά, αν και πιο «προσεκτικά» τώρα που η Κοινωνική Συμφωνία ετοιμάζεται για νόμος, το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ και με ακολουθητές τις δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου. Η εκτίμηση αυτή, ότι το «κλίμα» ευνοεί την υπογραφή ΣΣΕ, δεν είναι ένα μπέρδεμα των δυνάμεων αυτών, δεν είναι ένα λάθος που θα διορθωθεί, αν τους εξηγήσουμε πόσο αντεργατικές είναι η ΕΕ και η κυβέρνηση. Απορρέει από την αντίληψή τους ότι στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι δυνατόν να έχουμε νίκες χωρίς την πλατιά συμμετοχή και την οργάνωση των εργαζομένων. Απορρέει από την ανεμπιστοσύνη τους στις δυνάμεις του λαού, από τη λογική της ανάθεσης, από την άποψη ότι τις νίκες και τις ανατροπές δεν τις φέρνει ο λαός με την πάλη του, αλλά κάποιοι «ειδικοί», που θα συνδιαλλαγούν με το σύστημα και την εργοδοσία. Απορρέει τελικά από την άρνηση του ασυμβίβαστου μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και των δυνάμεων του κεφαλαίου, από την αντίληψη της ταξικής συνεργασίας.

Στη βάση αυτών των ρεφορμιστικών απόψεων που κυριαρχούν σε μια σειρά από σωματεία του ιδιωτικού τομέα, είδαμε τα τελευταία χρόνια να ανοίγεται το ζήτημα της διεκδίκησης συλλογικών συμβάσεων με όρους συνδιαλλαγής. Είδαμε το Συνδικάτο Οικοδόμων (ΠΑΜΕ) να υπογράφει ΣΣΕ με μεροκάματο χαμηλότερο από αυτό που παίρνουν συνήθως οι οικοδόμοι. Είδαμε τους Μηχανικούς του ΣΜΤ να προχωρούν σε 48ωρη απεργία για την υπογραφή ΣΣΕ και τις εργοδοτικές ενώσεις να αρνούνται να καθίσουν καν στο «τραπέζι» της διαπραγμάτευσης. Αλλά και άλλα αντίστοιχα σωματεία, όπως ο ΣΕΦΚ των εκπαιδευτικών στον ιδιωτικό τομέα, να στέλνουν εξώδικα σωρό στα αφεντικά, για να δεχτούν συναντήσεις για τη διαπραγμάτευση ΣΣΕ, όλα χωρίς καν απάντηση.

Είναι προφανές ότι στη φάση αυτή τέτοια -κλαδικά- σωματεία δεν έχουν πραγματική διαπραγματευτική ισχύ, δεν έχουν εκείνους τους όρους για να επιβάλουν στα αφεντικά την υπογραφή ΣΣΕ, να τους επιβάλουν «επιστροφή» από τα κέρδη τους. Η βασική συζήτηση, λοιπόν, βρίσκεται στο πώς θα αλλάξουν αυτοί οι όροι.

Άρα να μην παλεύουμε για Συλλογικές Συμβάσεις;

Προφανώς παλεύουμε για ΣΣΕ. Παλεύουμε για να αποκτήσουν τα σωματεία τους όρους για την υπογραφή τους. Εκεί βρισκόμαστε. Και αυτοί οι όροι έχουν να κάνουν κυρίως με δύο ζητήματα, αλληλένδετα μεταξύ τους: τη μαζικότητα και την πολιτική κατεύθυνση της ταξικής σύγκρουσης. Τίθεται μπροστά μας η ανάγκη μαζικοποίησης των σωματείων, αυτών που υπάρχουν, και όπου δεν υπάρχουν, τίθεται η ανάγκη να φτιαχτούν. Σε αυτή τη βάση, είναι κομβική η δουλειά μας στους χώρους εργασίας. Η οργάνωση στη βάση των εργαζομένων, στους χώρους δουλειάς, είναι αυτή που θα φέρει τη μαζικότητα. Είναι αυτή που θα δημιουργήσει αντίληψη και συνείδηση σύγκρουσης και όχι συνδιαλλαγής. Τα σωματεία, λοιπόν, οφείλουν να παλέψουν για ΣΣΕ, ανοίγοντας κάθε μικρό και μεγάλο ζήτημα στους χώρους εργασίας, προσπαθώντας να συσπειρώσουν και να οργανώσουν τους εργαζόμενους και όχι να τους προσπεράσουν. Οφείλουμε να στεκόμαστε κριτικά στις δυνάμεις και τις απόψεις που προσπερνούν το ζήτημα των συσχετισμών και παραβλέπουν την οργάνωση και τη δράση της πλατιάς βάσης των εργαζομένων. Όχι μόνο στη βάση της αναποτελεσματικότητας, που και αυτό είναι πολύ σοβαρό. Αλλά και στη βάση της πολιτικής αντίληψης, του αν μπορούμε να προσπεράσουμε το υποκείμενο της πάλης. Για να γίνει η αναγκαιότητα δυνατότητα, οφείλουμε να κάνουμε πραγματικά βήματα οργάνωσης, στο πεδίο του κινήματος και της πάλης.

Η διαπραγματευτική ισχύς των σωματείων κρίνεται κάθε φορά από τη μαζικότητα και την πολιτική κατεύθυνση. Και για να την οικοδομήσουμε, οφείλουμε να κάνουμε τα βήματα που κάθε φορά μπορούμε. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά στο «παράδοξο» να προκηρύσσονται κλαδικές απεργίες, έως και 48ωρες (βλέπε ΣΜΤ και Οικοδόμοι κ.α.) από δυνάμεις που είναι πλειοψηφικές σε σωματεία αλλά οι απεργίες αυτές με βάση την πραγματική δύναμη και μαζικότητα των σωματείων και μαζί με το γεγονός ότι δεν παλεύονται στη βάση των εργαζομένων του κλάδου αντί να ενισχύουν την πάλη φέρνουν απογοητεύσεις και δεν γίνονται ζήτημα των εργαζομένων.

Ειδικά στη σημερινή φάση, που το σύστημα προωθεί συμβάσεις-καθηκοντολόγια, όπως των ξενοδοχοϋπαλλήλων, που προσπαθεί να ξεδοντιάσει τη συλλογική αντίσταση και πάλη, είναι βασικό να παλεύουμε για πραγματική ανατροπή των συσχετισμών, για πραγματικές νίκες.

ΥΓ. Αυτό το κείμενο γράφτηκε κυρίως γιατί έχουμε συναντήσει αυτό το ζήτημα στα σωματεία που παρεμβαίνουμε ως Ταξική Πορεία. Ωστόσο, έχουμε πλήρη συνείδηση ότι αυτά τα σωματεία αποτελούν και συσπειρώνουν πραγματικά ένα πολύ μικρό κομμάτι των εργαζομένων, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται εκτός των συνδικάτων ή σε κλάδους που δεν υπάρχουν καν σωματεία ή που υπάρχουν μόνο εργοδοτικά.

Μαρίνα Σ.

Εργαζόμενη σε φροντιστίριο