Μια επιμέρους παρατήρηση για την κατάσταση των συνδικάτων ειδικά στον ''ιδιωτικό τομέα''

Η ανάγνωση των ντοκουμέντων της Πανελλαδικής Σύσκεψης της Ταξικής  Πορείας με βρίσκει σε γενικές γραμμές απόλυτα σύμφωνο και δεν θα  συμμετείχα στο διάλογο παρά μόνο για ένα θέμα που θεωρώ ότι αν και  ''ιστορικό'', έχει σημασία και θα πρέπει κάπως να ενταχθεί στους  προβληματισμούς, τις αποφάσεις και τελικά στη δράση της ΤΠ.
Πέρα από το συνεχιζόμενο τσουνάμι των αντεργατικών και ρυθμίσεων που αναλύονται με πλήρη τρόπο, θεωρώ πως χρήζει αναφοράς η παρατεινόμενη  ''νομική ουσιαστικά απαγόρευση στην πράξη'' κοντά έναν αιώνα λειτουργίας του πρωτοβάθμιου ειδικά συνδικαλισμού στον ιδιωτικό τομέα, μέσω της απαραίτητης -προυπόθεσης σύστασης συνδικαλιστικού σωματείου από 20 τουλάχιστον μόνιμα εργαζόμενους σε συγκεκριμένο χώρο δουλειάς ή αντικείμενο.

Ο ισχύων νόμος- πλαίσιο 1264/1982 της πρώτης περιόδου του ΠΑΣΟΚ, παρά τα επιμέρους σοσιαλδημοκρατικά βήματα που εμπεριείχε, διατήρησε χωρίς  αντιστάσεις κι αντιδράσεις κυρίως από τη ρεφορμιστική αριστερά, την προυπόθεση των 20min μελών για τη σύσταση πρωτοβάθμιου σωματείου όπως  και άλλες επιμέρους προυποθέσεις του πρώτου νόμου που είχε θεσπιστεί σαν  βασικός ρυθμιστικός της λειτουργίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, του μεταξικού νόμου 281/1936. Φυσικά ο δρόμος είχε στρωθεί από τον Βενιζέλο  που είχε τονίσει πως η υπαγωγή των εργατικών οργανώσεων στο γενικό νόμο περί ρυθμίσεων λειτουργίας των σωματείων κάθε μορφής και αντικειμένου, ήταν κατά την δική του αντίληψη ''επαρκής'' χωρίς να χρειάζεται εκείνη την περίοδο νόμος ειδικά για τον εργατικό συνδικαλισμό (Αρκετά σαφές) 

Το ζήτημα είναι πως ο αριθμός είναι πραγματικά απαγορευτικός στην πράξη  εξ αρχής όταν με βάση όλα τα ντοκουμέντα ιδίως του ΙΝΕ-ΓΣΣΕ και πολλών προσωπικών μελετών προοδευτικών και μη, που αφορούν την κατάσταση των ελληνικών επιχειρήσεων και δείχνουν ότι λόγω του εξαρτημένου χαρακτήρα  της ντόπιας αστικής τάξης, λόγω της συνεχιζόμενης αποβιομηχανοποίησης  και με τα κατά καιρούς πρόσθετα αντεργατικά μέτρα, λόγω της μάλλον  συνεχούς επιδείνωσης της θέσης της εξαρτημένης Ελλάδας στον παγκόσμιο διεθνή καταμερισμό εργασίας όλα αυτά τα χρόνια, ουδέποτε επί του συνόλου  των επιχειρήσεων, αυτές που απασχολούσαν πάνω από 20 μόνιμα εργαζόμενους είχαν ξεπεράσει το 20% του συνόλου, ενώ σε διάφορές συγκεκριμένες περιόδους, το ποσοστό ήταν 10% περίπου.

Πρόκειται για κάτι που τεκμηριώνεται και από αναλύσεις όπως του Μπάτση για την κατάσταση ειδικά της τότε λεγόμενης ''βαριάς βιομηχανίας''. Το άξιο αναφοράς είναι πως ουδέποτε το συγκεκριμένο θέμα που ασφαλώς δεν είναι το κύριο και καθοριστικό, δεν αποτέλεσε αντικείμενο πάλης κατάργησης του, ακόμη και των ταξικών δυνάμεων στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας οργάνωσης της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Και αυτό, αν και ούτε εναλλακτικές μορφές εργατικής συγκρότησης είχαν παρά  μεμονωμένα κι ευκαιριακά αποτελέσματα, αλλά και το συγκεκριμένο ζήτημα είναι η βάση τουλάχιστον για τη μορφή των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργανώσεων και κυρίως αποτελεί έστω μια ακόμη αιτία για το γεγονός πως ιστορικά ο συνδικαλισμός στον ιδιωτικό τομέα από πλευράς συμμετοχής επί του συνόλου, υστερεί δραματικά από τον αντίστοιχο στο δημόσιο τομέα.

Θεωρώ πως αυτό το επιμέρους ζήτημα πρέπει να μας απασχολήσει αν και φυσικά αποτελεί μια ακόμη- όχι αμελητέα- αν και μη κύρια παράμετρο των ζητημάτων που εξετάζονται. Πολύ περισσότερο που η θέση μας απέναντι στην ''αστική νομιμότητα '' είναι δεδομένη και διαρκώς αποδεικνύεται στη πράξη.

Συντροφικά,

Νίκος Κυριακίδης

Αθήνα