Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων και οι νόμοι που την προώθησαν
Εν έτει 2026, η εργατική τάξη και συνολικά οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δουλεύουν και ζουν στο ζοφερό τοπίο που έχει διαμορφώσει η συγκροτημένη επίθεση δεκαετιών στα εργατικά δικαιώματα. Επίθεση που προωθήθηκε μεθοδικά με σειρά νόμων, που έκαναν τις αντεργατικές κατευθύνσεις συγκεκριμένη πολιτική και διαμόρφωσαν αυτό που το σύστημα ονομάζει «κανονικότητα»: τη νέα βαρβαρότητα, που γυρίζει όχι μόνο τον κόσμο της δουλειάς αλλά συνολικά την κοινωνία, πολύ πίσω. Η σημερινή κατάσταση έχει ολοένα και περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς στο στόχαστρο του συστήματος βρίσκονται όλες εκείνες οι εργατικές κατακτήσεις που το είχαν αναγκάσει να υπόκειται σε περιορισμούς στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, στις δεκαετίες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και της παγκόσμιας ανάπτυξης του εργατικού κινήματος.
Για τη χώρα μας, η περίοδος που ξεκίνησε με τα πρώτα μνημόνια, το 2010, σήμανε σκληρή επιτάχυνση της επίθεσης σε κάθε δικαίωμα των εργαζομένων και του λαού. Αυτά που παρουσιάστηκαν σαν «προσωρινές θυσίες» αποδείχτηκαν δομικά στοιχεία της επίθεσης. Βάθρα τα οποία όχι μόνο δεν αμφισβήτησε καμία επόμενη κυβέρνηση, αλλά αξιοποίησε ως σημείο αναφοράς για βάθεμα της επίθεσης. Στο στόχαστρο παρέμειναν όλα όσα ορίζουν τους όρους εκμετάλλευσης, τόσο άμεσα, μέσα στους χώρους δουλειάς, όσο και ευρύτερα, στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Συστατικό στοιχείο της αντεργατικής επίθεσης αποτελεί και η επιχείρηση υπονόμευσης, καταστολής, απαγόρευσης της δυνατότητας της εργατικής τάξης και των εργαζομένων να συγκροτήσουν τις αντιστάσεις τους. Να αγωνιστούν συλλογικά για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και ενάντια στην πολιτική που προσπαθεί να τα ισοπεδώσει. Η σημερινή κατάσταση, παρά τον αρνητικό συσχετισμό, εμπεριέχει την ιστορία του εργατικού κινήματος, τις νίκες και τις ήττες του. Το σύστημα δεν μπορεί να την παραγράψει. Γνωρίζοντας εκ πείρας τη δύναμη που μπορεί ν’ αποκτήσει η εργατική τάξη αν συγκροτηθεί, τη δυνατότητά της να περιορίσει, ακόμα και ν’ ανατρέψει το ίδιο το σύστημα της εκμετάλλευσης, επιχειρεί να πάρει την «ιστορική ρεβάνς» με την εργατική τάξη αποσυγκροτημένη. Γι’ αυτό και κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει αυτή την αποσυγκρότηση.
Η πολιτική του συστήματος έχει σταθερά δύο βασικούς στόχους, που συνδέονται και αλληλοσυμπληρώνονται:
- Την πλήρη υπαγωγή της ζωής των εργαζομένων στις ανάγκες του κεφαλαίου
- Την υπονόμευση της δυνατότητας συλλογικής οργάνωσης και δράσης των εργαζομένων
Αυτούς τους δύο στόχους προσπαθεί να πετύχει το κεφάλαιο, όχι μόνο «μεμονωμένα» σε κάθε χώρο δουλειάς, αλλά συλλογικά, με βασικό του εργαλείο το αστικό κράτος, που υπάρχει -με όλους τους μηχανισμούς του- ακριβώς για να υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου συνολικά. Στη χώρα μας, αυτά αφορούν και το ντόπιο και, κυρίως, το ξένο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό, στην εξάρτηση απ’ τον οποίο στηρίζει την εξουσία της απέναντι στον λαό η ντόπια άρχουσα τάξη. Η σειρά αντεργατικών νόμων των τελευταίων χρόνων υπηρετεί συστηματικά τους βασικούς στόχους του κεφαλαίου, συγκροτώντας μια ολόκληρη αντεργατική πολιτική με συνέχεια.
Ο «αναπτυξιακός» νόμος του 2019
Απ’ τους πρώτους μήνες επαναφοράς της ΝΔ στην κυβέρνηση, το καλοκαίρι του 2019, φάνηκαν οι προθέσεις υπηρέτησης της αντεργατικής πολιτικής, αξιοποιώντας το έδαφος που είχε διαμορφώσει η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο λεγόμενος «αναπτυξιακός» νόμος (4635/2019), που ψηφίστηκε τέλη Οκτώβρη 2019, είχε «απ’ όλα». Θέσπισε το ηλεκτρονικό Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕΜΗΣΟΕ), για το ηλεκτρονικό φακέλωμα των συλλογικών οργάνων των εργαζομένων και την εδραίωση της κρατικής παρέμβασης και ελέγχου σ’ αυτά, πατώντας στο -επίσης ηλεκτρονικό- Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων που είχε επιβάλει η προηγούμενη κυβέρνηση το 2018. Καθιέρωσε τη δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στις αρχαιρεσίες και τις γενικές συνελεύσεις των σωματείων, με ειδική υποχρέωση όταν πρόκειται για ψηφοφορία σχετική με απεργία, πατώντας στην προϋπόθεση του 50%+1 που είχε ορίσει η προηγούμενη κυβέρνηση για τα πρωτοβάθμια σωματεία. Νομοθέτησε τη δυνατότητα εξαίρεσης επιχειρήσεων από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αν αντιμετωπίζουν «σοβαρά οικονομικά προβλήματα», καθώς και τη δυνατότητα υπερίσχυσης τοπικών ΣΣΕ με χειρότερους όρους χαρακτηρίζοντας ολόκληρες περιοχές ως «Ειδικές Οικονομικές Ζώνες». Κατάργησε ουσιαστικά τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Έδωσε τη δυνατότητα «συμπλήρωσης» ωρών εργασίας σε ημιαποσχολούμενους χωρίς αλλαγή της σύμβασης σε πλήρους απασχόλησης. Διευκόλυνε τις ομαδικές απολύσεις μέσα απ’ το νομικό τερτίπι του χαρακτηρισμού ως «μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας» την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων πάνω από 2 μήνες «ανεξαρτήτως της αιτίας καθυστέρησης». Βάφτιζε «συνυπαίτιους» εργαζόμενους για τους οποίους δεν είχε καταβάλει ο εργοδότης ασφαλιστικές εισφορές τους προηγούμενους 3 μήνες, απαλλάσσοντάς τον απ’ την υποχρέωση καταβολής τους και μειώνοντας τα πρόστιμα για αδήλωτη εργασία. Όλα τα παραπάνω συμπλήρωναν πλήθος διευκολύνσεων για το κεφάλαιο και την «ανάπτυξή» του, ενώ ενισχυόταν κι η κατεύθυνση ιδιωτικοποιήσεων.
Η Ταξική Πορεία αποκάλυψε τα αντεργατικά χαρακτηριστικά του νομοσχεδίου, υπηρετώντας την κατεύθυνση του μαζικού αγώνα για την ανατροπή του, κόντρα στο κλίμα παραίτησης, ηττοπάθειας και απογοήτευσης που κυριαρχούσε ως συνέπεια της κατάρρευσης των αυταπατών περί «αριστερής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και της ανάδειξης της ΝΔ. Παράλληλα, κατήγγειλε τη στάση των συνδικαλιστικών ηγεσιών, που -στον έναν ή τον άλλο βαθμό- κάλεσαν σε υποταγή στα αντεργατικά μέτρα. Είτε υπονομεύοντας τις κινητοποιήσεις ενάντια στο νομοσχέδιο είτε επιβάλλοντας πλευρές της πολιτικής του κατεύθυνσης, όπως ήταν η αναγνώριση διορισμένων από δικαστήρια διοικήσεων ή οι εγκύκλιοι προς τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια συνδικαλιστικά όργανα για τον τρόπο εγγραφής στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην υπεράσπιση του ελεύθερου, ανεξάρτητου από κράτος κι εργοδοσία, συνδικαλισμού. Σ’ αυτό το πλαίσιο, για παράδειγμα, κατέθεσε και πέτυχε την υπερψήφιση στο συνέδριο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενέργειας, ψηφίσματος ενάντια στις ηλεκτρονικές κάλπες, τον Σεπτέμβριο του 2019. Στο ίδιο πλαίσιο, πρόβαλε τη γραμμή της άρνησης του κρατικού ελέγχου στη ζωή των συνδικάτων και της εγγραφής σε οποιοδήποτε μητρώο.
Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου στην πανδημία
Η συνέχεια και το βάθεμα της αντεργατικής πολιτικής, ήδη απ’ τις πρώτες βδομάδες της καραντίνας την άνοιξη του 2020, δόθηκε με σειρά ΠΝΠ. Μ’ αυτές η κυβέρνηση νομιμοποίησε κάθε εργοδοτική αυθαιρεσία της περιόδου, με στόχο τη μεταφορά κάθε βάρους απ’ την έξαρση του κορονοϊού στις πλάτες των εργαζομένων. Την ώρα που ο λαός πλήρωνε με τη ζωή του τις συνέπειες της διαχείρισης της πανδημίας απ’ το σύστημα, οι επιχειρήσεις επιδοτούνταν και διευκολύνονταν με κάθε τρόπο, είτε επέλεγαν να υπολειτουργήσουν είτε αύξαναν την εντατικοποίηση, τις ώρες δουλειάς, τις υπερωρίες. Κομβικά και με βάθος ζητήματα αποδείχτηκαν η απαγόρευση των συγκεντρώσεων (που έγινε νόμος το καλοκαίρι του 2020), συμπεριλαμβανομένων πολλών διώξεων συνδικαλιστικών στελεχών για εργατικές κινητοποιήσεις, καθώς και η «αποζημίωση ειδικού σκοπού». Με την τελευταία, η κυβέρνηση διεύρυνε το μνημονιακό πλαίσιο καθορισμού του κατώτατου μισθού απ’ το κράτος, στον ορισμό γενικά του εισοδήματος που «φτάνει και περισσεύει» για τους εργαζόμενους, όπως δήλωναν τότε κυβερνητικά στελέχη για τα 553 ευρώ/μήνα. Κατοχύρωσε την αρμοδιότητα να υπολογίζει τις «αντοχές της οικονομίας», να υποτάσσει σ’ αυτές τις αντοχές των εργαζομένων και να επιβάλλει με τη βία τους όρους ζωής της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, την ίδια ώρα που επαναλάμβανε σε κάθε τόνο το ιδεολόγημα της «ατομικής ευθύνης».
Σ’ όλο αυτό το διάστημα, οι δυνάμεις της Ταξικής Πορείας πανελλαδικά έδωσαν πολιτικά και πρακτικά τη μάχη της υπεράσπισης του δικαιώματος των εργαζομένων να ζουν αλλά και να παλεύουν συλλογικά και μαζικά. Ανέδειξαν ειδικά ότι η περίοδος της πανδημίας δεν αποτελούσε «νεκρό χρόνο», αλλά ευκαιρία για το σύστημα να προωθήσει την αντεργατική πολιτική, να κατοχυρώσει πρακτικές και να ετοιμάσει τον νέο γύρο επίθεσης.
Ο «νόμος Χατζηδάκη»
Απ’ το φθινόπωρο του 2020 γίνεται εμφανής η βιασύνη της κυβέρνησης να προχωρήσει σε σαρωτική αναμόρφωση της εργατικής νομοθεσίας σαν «επαναφορά στην κανονικότητα». Θα χρειαστεί τελικά να φτάσει στον Ιούνη του 2021 για να ψηφίσει ως νόμο 4808/2021 τον «νόμο Χατζηδάκη», με τεράστιο εύρος αντεργατικών και αντισυνδικαλιστικών διατάξεων και πυρήνα το αφήγημα της «ατομικής διαπραγμάτευσης». Στόχος ο ιδεολογικός αφοπλισμός των εργαζομένων, παράλληλα με την ποινικοποίηση της συλλογικής τους οργάνωσης και δράσης. Με τον ίδιο στόχο, περιλαμβάνει ορισμένες υποτιθέμενες «προστατευτικές» διατάξεις, ώστε να καλλιεργήσει την αυταπάτη περί «ουδέτερου κράτους» που «φροντίζει και τους εργαζόμενους και τους εργοδότες», αλλά και να τροφοδοτήσει με άλλοθι τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που ήθελαν να περιορίσουν τη μαζική καταδίκη του νομοσχεδίου που καταγραφόταν πλατιά ανάμεσα στους εργαζόμενους.
Ανάμεσα στα άλλα, ο νόμος 4808/2021 εισήγαγε την «ατομική διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου», που προέβλεπε εξάμηνες περιόδους 10ωρων με τον ίδιο μισθό, με την υπόσχεση μειωμένου ωραρίου ή ρεπό στην επόμενη εξάμηνη περίοδο. Τέτοια δυνατότητα πρωτοδόθηκε στην εργοδοσία το 1990, με την προϋπόθεση όμως της συμφωνίας με σωματείο. Η αφαίρεση αυτής της προϋπόθεσης άνοιξε τον δρόμο για τη νομιμοποίηση κάθε είδους καταπάτησης του οχταώρου και τη δραματική επέκταση της ελαστικοποίησης του ωραρίου. Στην ίδια κατεύθυνση, υπαγωγής της ζωής του εργαζόμενου στις ανάγκες της επιχείρησης και μόνιμης διαθεσιμότητάς του, ο νόμος αύξησε το ετήσιο όριο υπερωριών στις 150 (από 120 γενικά και 96 στη βιομηχανία), διεύρυνε δραματικά τους κλάδους όπου δεν ισχύει η κυριακάτικη αργία, όρισε ως «εκτός ωραρίου» ένα μισάωρο «διάλειμμα», επέτρεψε η πρόσθετη εργασία (χωρίς προσαύξηση) ημιαπασχολούμενων να γίνεται και σε «σπαστό» ωράριο. Θεσμοθέτησε την τηλεργασία, διευκόλυνε τον «δανεισμό» εργαζομένων σε άλλη επιχείρηση, έδωσε στην εργοδοσία τη δυνατότητα να δίνει την ετήσια κανονική άδεια μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους, νομιμοποίησε την «άδεια άνευ αποδοχών». Όλα υποτίθεται με τη «σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου» και με «προστατευτικές διατάξεις», όπως ήταν αυτές για τις γονικές άδειες (πάντα υπό την προϋπόθεση της «εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης»), αλλά και αυτές για τους εργαζόμενους μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, που χρησιμοποίησε δυο μήνες μετά η e-food στην προσπάθεια να μετατρέψει τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου σε «αυτοαπασχολούμενους συνεργάτες». Θεσμοθέτησε την «ψηφιακή κάρτα εργασίας» παρουσιάζοντάς την σαν «ένα από τα πιο φιλεργατικά μέτρα των τελευταίων ετών», ενώ αποδείχτηκε (όπως αναμενόταν) εργαλείο ελαστικοποίησης του ωραρίου και «απόδειξης συγκατάβασης» του εργαζόμενου στις απλήρωτες υπερωρίες.
Ταυτόχρονα, ο «νόμος Χατζηδάκη» ήρθε να κάνει πράξη τις προβλέψεις του «αναπτυξιακού» σχετικά με τον στενό έλεγχο των σωματείων. Η εγγραφή κι η καταγραφή ακόμα περισσότερων στοιχείων στο ΓΕΜΗΣΟΕ έγινε υποχρεωτική για να μπορεί ένα σωματείο να προκηρύξει απεργία, να υπογράψει ΣΣΕ, να προστατεύονται μέλη της διοίκησής του από απόλυση, να έχει οποιαδήποτε δράση. Η ύπαρξη ηλεκτρονικής κάλπης έγινε υποχρεωτική τόσο στις αρχαιρεσίες όσο και στις Γενικές Συνελεύσεις που αποφασίζουν απεργία. Η δε απόφαση για απεργία προϋποθέτει πλέον ότι το σωματείο θα «προστατεύει» την απεργοσπασία, σε επιχειρήσεις «κοινής ωφέλειας» (ανεξάρτητα αν πρόκειται για κρατικές ή ιδιωτικές) θα ορίζει «προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας» όσους απαιτούνται για τη λειτουργία της επιχείρησης κατά το 1/3, στο δημόσιο θα έχει προηγηθεί αίτηση διαλόγου στον ΟΜΕΔ (και όταν αυτός ξεκινήσει, απαγορεύεται η απεργία), ενώ απαγορεύεται και η κάλυψη απεργίας που κρίνεται παράνομη από δευτεροβάθμιο ή τριτοβάθμιο όργανο. Γενικά, η όποια δράση οποιουδήποτε σωματείου προϋποθέτει την έγκριση του κράτους και της εργοδοσίας, η οποία ενισχύεται και μ’ ένα ολόκληρο πλαίσιο τιμωρίας όποιων εργαζομένων θέλει με πρόφαση την «καταπολέμηση της βίας και της παρενόχλησης». Άλλωστε, ο νόμος μείωσε το πλήθος εκλεγμένων μελών που προστατεύονται από απόλυση, κατάργησε την προστασία από μετάθεση και αύξησε τους λόγους που μπορεί να επικαλεστεί η εργοδοσία για να παρακάμψει την όποια προστασία.
Η Ταξική Πορεία ανέδειξε απ’ την πρώτη στιγμή τις προθέσεις της κυβέρνησης και το μέγεθος της επίθεσης που επιχειρούσε. Συνέβαλε σημαντικά στην ανάδειξη της ανάγκης μαζικού αγώνα για να μην περάσει το νομοσχέδιο, ενισχύοντας αποφασιστικά την κοινή δράση σ’ αυτή την κατεύθυνση, όσο κι αν ήταν καθαρό ότι, για τις υπόλοιπες συνδικαλιστικές δυνάμεις, η εμπλοκή τους περιοριζόταν σε μια μικροπολιτική προσπάθεια εικονικής «καταγραφής συσχετισμών». Αυτό έγινε ακόμα πιο καθαρό μετά την ψήφιση. Καθώς το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ δήλωνε την άρνηση αγώνα ανατροπής του ψηφισμένου νόμου μέσω της τοποθέτησης ότι «θα μείνει στα χαρτιά», η μεγάλη πλειοψηφία των συνδικαλιστικών και πολιτικών δυνάμεων με αναφορά στο κίνημα ακολουθούσε στην ίδια γραμμή υποταγής. Η Ταξική Πορεία στήριξε τη συγκέντρωση όσων, λίγων, δυνάμεων ήταν διατεθειμένες να παλέψουν στην κατεύθυνση ανατροπής του νόμου και πρωτοστάτησε στη συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας για την κατάργηση του νόμου 4808/2021» και τη δράση της για σχεδόν ολόκληρο το 2022, παρά την εχθρική στάση όσων αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν. Η όλη κίνηση ήταν καθοριστική ώστε ο «νόμος Χατζηδάκη» να καταγραφεί πλατιά στους εργαζόμενους ως αντεργατικό ορόσημο, η πλήρης εφαρμογή του να συναντά αντιστάσεις και ο στόχος της ανατροπής του να παραμένει ενεργός.
Το νέο Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης
Το 2021 ήταν και η χρονιά που η κυβέρνηση νομοθέτησε το «νέο μοντέλο» επικουρικής ασφάλισης, για όσους θα έπιαναν για πρώτη φορά δουλειά μετά την 1/1/2022. Συγκρότησε νέο «Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης» με έμφαση στο «κεφαλαιοποιητική», δηλαδή ένα «μοντέλο ασφάλισης διασφαλισμένων εισφορών», έναντι «διασφαλισμένων παροχών». Στην ουσία νομοθέτησε έναν «ατομικό κουμπαρά» υπό κρατικό έλεγχο, με το κράτος ν’ αφαιρεί για τον εαυτό του οποιαδήποτε δέσμευση σχετικά με το ύψος της επικουρικής σύνταξης που θα οφείλει στον ασφαλισμένο όταν συνταξιοδοτηθεί. Με βάση τις αντιδράσεις που είχε ήδη προκαλέσει ο «νόμος Χατζηδάκη», αλλά και με βάση ότι το συλλογικό δικαίωμα των εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση είχε ήδη δεχτεί συντριπτικό χτύπημα με το «ασφαλιστικό Κατρούγκαλου» το 2016 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η κυβέρνηση επέλεξε το νέο χτύπημα να γίνει «ήπια» και να εφαρμοστεί στους μελλοντικούς (τότε) εργαζόμενους. Και πράγματι, με ευθύνη των συνδικαλιστικών ηγεσιών, εκείνο το πλήγμα στην κοινωνική ασφάλιση πέρασε «αμαχητί».
Πρόκειται όμως για σοβαρή ενίσχυση της πολιτικής υπονόμευσης του δικαιώματος στην ασφάλιση, που υπογραμμίζει τη σημασία που είχε ο προηγούμενος νόμος του 2016 για το ασφαλιστικό. Ένας νόμος που κατάφερε να επιβάλει ανατροπές που «εκκρεμούσαν» απ’ τα δύο πρώτα μνημόνια και μείωσε δραματικά το ύψος των συντάξεων, εξατομικεύοντάς τις και συνδέοντάς τις με τις εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια του «εργασιακού βίου» κάθε εργαζόμενου. Επιπλέον, αύξησε δραματικά τους όρους και τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης. Ο συνδυασμός της δυσκολίας συνταξιοδότησης και των χαμηλών συντάξεων δείχνει πολύ καθαρά τις συνέπειες σήμερα, 10 χρόνια μετά: εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι συνεχίζουν να δουλεύουν για να μπορέσουν να επιβιώσουν, ενώ χιλιάδες είναι κι οι μετανάστες μεγάλης ηλικίας, ειδικά οικοδόμοι με καταγωγή απ’ την Αλβανία, που δεν μπορούν να συμπληρώσουν τα χρόνια που απαιτούνται, καθώς ο «νόμος Κατρούγκαλου» δεν αναγνωρίζει τα χρόνια δουλειάς σε χώρες εκτός ΕΕ.
Ο «νόμος Γεωργιάδη»
Στις προτεραιότητές της μετά την επανεκλογή της το καλοκαίρι του 2023, η κυβέρνηση της ΝΔ είχε ξανά τα εργασιακά. Με υπουργό Εργασίας τον Γεωργιάδη, κατέθεσε ένα επίσης σημαντικό νομοσχέδιο, αν και όχι του εύρους που είχε ο «νόμος Χατζηδάκη». Αξιοποιώντας την οδηγία 2019/1152 της ΕΕ «για διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση», νομιμοποίησε τις ακόμα πιο ελαστικές και απρόβλεπτες σχέσεις εργασίας με άλλοθι την «ενημέρωση» του εργαζόμενου για τους όρους δουλειάς του. Εισήγαγε τις «συμβάσεις κατά παραγγελία», αν και αναγκάστηκε (σε πρώτη φάση) να βάλει και ορισμένους περιορισμούς ώστε να υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για τις κακόφημες «συμβάσεις μηδενικών ωρών», γνωστές σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες. Διευκόλυνε τις επιχειρήσεις στην αναγγελία πρόσληψης και, κυρίως, στην αναγγελία «οικειοθελούς αποχώρησης» όταν εργαζόμενος λείψει «αδικαιολόγητα». Πρόσθεσε και στους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου το αντιδραστικό μέτρο της «δοκιμαστικής» περιόδου. Προσπάθησε να διευκολύνει την «ατομική διευθέτηση του χρόνου εργασίας» με ψηφιακά εργαλεία για την εργοδοσία.
Κάποια, όμως, ζητήματα που έθεσε το νομοσχέδιο ήταν αυτά που απασχόλησαν περισσότερο. Η διεύρυνση και σε περιπτώσεις μη συνεχούς λειτουργίας της δυνατότητας επιχειρήσεων να επιβάλουν 6ήμερη εργασία σε εργαζόμενους με σύμβαση πενθήμερου, αν έχουν «εξαιρετικό φόρτο εργασίας». Η ρητή πρόβλεψη για 13ωρη δουλειά σε πολλαπλούς εργοδότες, «αποσαφηνίζοντας» ότι το μόνο όριο ήταν ένα 11ωρο συνεχούς ανάπαυσης, αν και ποτέ δεν αποσαφηνίστηκε πώς διασφαλίζεται αυτό και ποιος εργοδότης ευθύνεται όταν καταστρατηγείται. Η ποινικοποίηση με συγκεκριμένο τρόπο της περιφρούρησης μιας απεργιακής κινητοποίησης, καθώς ορίστηκε ως ελάχιστη ποινή η φυλάκιση 6 μηνών και η χρηματική ποινή των 5.000€ για όποιον «εμποδίζει» (με ορισμό που κρίνει όπως θέλει η αστυνομία κι οι εισαγγελείς) την απεργοσπασία.
Ο νόμος 5053/2023 ήρθε να χτυπήσει ακόμα περισσότερο το 5ήμερο/8ωρο, να ελαστικοποιήσει παραπέρα τις σχέσεις εργασίας, να ετοιμάσει το έδαφος για την επέκταση του ωραρίου πέρα απ’ το 12ωρο και να χτυπήσει με ακόμα πιο συγκεκριμένο τρόπο το δικαίωμα στην απεργία. Αποτέλεσε σημαντικό κρίκο της αντεργατικής πολιτικής, στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης της «νέας κανονικότητας» του εργασιακού και κοινωνικού μεσαίωνα, όπου τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα «δεν έχουν χώρο».
Η «επαναφορά των τριετιών»
Παράλληλα με την ψήφιση του «νόμου Γεωργιάδη», ο πρωθυπουργός ανακοίνωνε την «επαναφορά των τριετιών» στον κατώτατο μισθό. Σε μια περίοδο που η αγανάκτηση των εργαζομένων, όπως και συνολικά του λαού, καταγραφόταν κι εκφραζόταν όποτε μπορούσε, η κυβέρνηση αναζητούσε αφηγήματα που θα μπορούσαν να τη λειάνουν. Μέρος αυτής της αναζήτησης ήταν η αναφορά στις τριετίες για τον κατώτατο μισθό, δηλαδή η προσαύξηση του κατώτατου κατά 10% για κάθε τριετία δουλειάς κάθε εργαζόμενου, με όριο το 30%. Βασικό πολιτικό στοιχείο σ’ αυτή την «επαναφορά», που η κυβέρνηση δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση ν’ αμφισβητηθεί, ήταν η διατήρηση του μνημονιακού καθεστώτος καθορισμού του κατώτατου απ’ το κράτος. Ήδη κι αυτή η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ορισμένες αυξήσεις-ψίχουλα στον κατώτατο μισθό, τώρα ήθελε να επιβεβαιώσει ότι στο χέρι της βρίσκονται και οι τριετίες, οι οποίες αποτελούσαν μέχρι το 2012 αντικείμενο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), που συμφωνούταν μεταξύ της ΓΣΕΕ και των μεγάλων εργοδοτικών ενώσεων.
Αυτό λοιπόν που ανακοίνωνε ήταν η εφαρμογή του μνημονιακού μέτρου παγώματος των τριετιών για όσο διάστημα η επίσημη ανεργία βρίσκεται πάνω από 10%. Καθώς το ποσοστό ανεργίας μειωνόταν, η κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι από 1/1/2024 ξαναρχίζει να μετράει ο χρόνος για κατοχύρωση τριετιών, χωρίς όμως να μετράνε τα 12 χρόνια απ’ το 2012 που επιβλήθηκε το μέτρο, και χωρίς το ίδιο το μέτρο να αναιρείται. Αντίθετα, κατοχυρωνόταν και μονιμοποιούταν.
Ο νόμος για τον κατώτατο μισθό
Την ίδια κατοχύρωση και μονιμοποίηση «για πάντα» του πλαισίου καθορισμού του κατώτατου μισθού απ’ το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση υπηρέτησε ο νόμος για τον κατώτατο μισθό (5163/2024). Πατώντας στην ευρωπαϊκή οδηγία 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση», επέκτεινε μέχρι και το 2027 τη μνημονιακή διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού ουσιαστικά απ’ την κυβέρνηση, μετά από υποτιθέμενες «επιστημονικές μελέτες» και «κοινωνικό διάλογο». Σταθερά η προσαρμογή του κατώτατου μισθού στις «αντοχές της οικονομίας». Αυτή η σταθερά παραμένει και για μετά το 2027, πλέον συνδυάζοντας μια «Επιστημονική Επιτροπή», μια «Επιτροπή Διαβούλευσης», έναν «συντελεστή αναπροσαρμογής» και «7 λόγους παρέκκλισης» από αυτόν, ώστε σε μόνιμη βάση ο κατώτατος μισθός να βρίσκεται πρακτικά στα χέρια της κυβέρνησης. Και μάλιστα με δήθεν «επιστημονική τεκμηρίωση», που θα «δικαιολογεί» την καταδίκη των εργαζομένων σε μόνιμη φτώχεια, με συνέπειες όχι μόνο σε όσους πληρώνονται με τον κατώτατο, αλλά σε όλους τους εργαζόμενους, καθώς ο κατώτατος και η εξέλιξή του επιδρά συνολικά.
Επιπλέον, με τον νόμο 5163/2024, η κυβέρνηση όρισε πως η τυχόν ονομαστική αύξηση του κατώτατου θα εφαρμόζεται και ως απόλυτο ποσό στα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων. Με τον τρόπο αυτό οι μισθοί στο δημόσιο θα συμπιέζονται διαρκώς, η ωρίμανση θα σημαίνει όλο και μικρότερη βελτίωση του μισθού, ενώ η κυβέρνηση θα χρησιμοποιεί τη σύνδεση σαν δικαιολογία για να διατηρούνται χαμηλά οι μισθοί και στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα.
Η περίπτωση του νόμου για τον κατώτατο μισθό επιβεβαίωσε ότι οι αυταπάτες για τον ρόλο του κράτους και, ακόμα περισσότερο, για τον ρόλο της ΕΕ, επιδρούν σημαντικά σ’ όλες τις συνδικαλιστικές δυνάμεις, ακόμα κι αυτές που έχουν αναφορά στο εργατικό κίνημα. Αν για τον «νόμο Χατζηδάκη» βλέπαμε τοποθετήσεις, ως και αφίσες, που μιλούσαν για κατάργηση «των αντεργατικών διατάξεων» αναπαράγοντας το κυβερνητικό παραμύθι ότι άλλες διατάξεις του ήταν προς το συμφέρον των εργαζομένων, στον νόμο για τον κατώτατο είδαμε μέχρι και προσμονή βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων. Για κάποιες δυνάμεις, ο «συντελεστής προσαρμογής» αποτελούσε -έστω στο περίπου- «δικαίωση» του αιτήματος-πρότασής τους για Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) των μισθών και το μόνο πρόβλημα που απέμενε ήταν οι «7 λόγοι παρέκκλισης». Για άλλες, ένας οποιοσδήποτε μηχανισμός αυξήσεων στο δημόσιο ήταν «σε θετική κατεύθυνση». Ακόμα μεγαλύτερες ήταν οι αυταπάτες σχετικά με την ευρωπαϊκή οδηγία, τόσο ως προς τους κατώτατους μισθούς όσο και ως προς την κατεύθυνση αύξησης του ποσοστού εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση, προβαλλόταν στους «από πάνω», κράτος και ΕΕ, μια διάθεση ορθολογικής διαχείρισης των μισθών και του εργατικού εισοδήματος, έστω και στη βάση του «υγιούς ανταγωνισμού» μεταξύ των επιχειρήσεων.
Αυτή τη στρεβλή ανάγνωση της πραγματικότητας επιχείρησε ν’ αποδομήσει η Ταξική Πορεία, αναζητώντας και δυνατότητες κοινής παρέμβασης στους εργαζόμενους και κοινής δράσης ενάντια στον νόμο. Η στάση, άλλωστε, των συνδικαλιστικών ηγεσιών έδειχνε ότι όχι μόνο δεν εναντιώνονταν, αλλά καλοέβλεπαν το κάλεσμα να πάρουν θέσεις σε μόνιμα τραπέζια «κοινωνικού διαλόγου», στα οποία θα μπορούν να διαπραγματεύονται τον δικό τους ρόλο, την ώρα που οι εργαζόμενοι θα καλούνται να δουλεύουν και να ζουν στις ολοένα χειρότερες συνθήκες που θα υπαγορεύουν οι ανάγκες κεφαλαίου και ιμπεριαλισμού. Αυτό που κυριάρχησε ήταν αυτό που επιδίωκε η κυβέρνηση: η συνέχεια και το βάθεμα της αντεργατικής πολιτικής με τους εργαζόμενους στο περιθώριο. Ακόμα χειρότερα, με τις κυρίαρχες συνδικαλιστικές δυνάμεις να διαμορφώνουν ένα κλίμα ότι «ανοίγει ο δρόμος» για συλλογικές συμβάσεις και αυξήσεις στους μισθούς. Σ’ αυτό το κλίμα εντασσόταν η «πρόταση νόμου» των 637 σωματείων υπό τον έλεγχο του ΠΑΜΕ που ανατέθηκε προς κατάθεση στους βουλευτές του ΚΚΕ και η οποία, σύμφωνα με τα στελέχη τους, ήταν «συνολική» και είχε σκοπό να καταργήσει «όλο το αντεργατικό πλαίσιο» των τελευταίων 15 ετών. Ακριβώς όταν αυτό το πλαίσιο ενισχυόταν χωρίς το εμπόδιο των εργατικών κινητοποιήσεων.
Ο «νόμος Κεραμέως»
Η συνέχεια επιβεβαίωσε ότι η αντεργατική κυβερνητική πολιτική, όσο δεν βρίσκει εμπόδια, προχωράει όχι με κάποιο σχέδιο «ορθολογικής διαχείρισης» της εξαθλίωσης των εργαζομένων, αλλά με ξεκάθαρο σχέδιο ταξικής επιβολής των συμφερόντων του κεφαλαίου. Αφού ετοίμασε το έδαφος δημοσιοποιώντας τα βασικά στοιχεία του επόμενου αντεργατικού της νόμου και μέτρησε αντιδράσεις (που δεν υπήρξαν), έφτασε στα τέλη Αυγούστου 2025 να εμφανίσει ένα νομοσχέδιο με επίκεντρο τη δυνατότητα 13ωρης εκμετάλλευσης κάθε εργαζόμενου κάθε μέρα, από κάθε επιχείρηση. Επιπλέον, «βελτίωνε» την «ατομική διευθέτηση του χρόνου εργασίας» επιτρέποντας να γίνεται ανά βδομάδα, επέτρεπε την υπερωριακή απασχόληση απ’ την εργοδοσία ακόμα κι εργαζομένων που τους έχει σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, έδινε στην εργοδοσία τη δυνατότητα να σπάει την κανονική άδεια κάθε εργαζόμενου όπως τη βολεύει, με μόνο περιορισμό ένα πενθήμερο να είναι συνεχόμενο. Με αναφορά στις δυνατότητες της «ψηφιακής κάρτας εργασίας», επέτρεπε «ευελιξία» ως και 2 ωρών σε σχέση με το δηλωμένο ωράριο και πρόσθετε μία ώρα απλήρωτης δουλειάς τη μέρα στη βιομηχανία με το πρόσχημα του «χρόνου προετοιμασίας» για «ανάληψη» και για «αποχώρηση» απ’ τη δουλειά.
Ελαστικοποιούσε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις εργασίας μειώνοντας τους όρους που χρειάζεται να γνωρίζει ο εργαζόμενος πριν πιάσει δουλειά και επιτρέποντας συμβάσεις-εξπρές, με το βλέμμα στις ανάγκες της εργοδοσίας για απεργοσπασία σε περίπτωση εργατικών κινητοποιήσεων. «Τελείωνε τη δουλειά» που είχε αρχίσει με τον «νόμο Γεωργιάδη», αφαιρώντας κάθε περιορισμό στην περίπτωση των «συμβάσεων κατά παραγγελία» και κάνοντάς τις ουσιαστικά «μηδενικών ωρών». Μείωνε στο μισό τον χρόνο «αδικαιολόγητης απουσίας» που απαιτείται για να υποστηρίξει ένας εργοδότης «οικειοθελή αποχώρηση» του εργαζόμενου και να τον απολύσει χωρίς αποζημίωση.
Συνεχίζοντας το μοτίβο της ένταξης δήθεν «προστατευτικών διατάξεων», το νομοσχέδιο αφιέρωνε ένα ολόκληρο μέρος στο πώς θα εξοπλίσει την εργοδοσία με εργαλεία μετάθεσης της αποκλειστικά (στην ουσία) δικής της ευθύνης για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, προς τα κάτω και προς τα έξω: είτε στα ίδια τα θύματα των εργοδοτικών εγκλημάτων, είτε σ’ όσους επιβιώνουν από αυτά, είτε σε τρίτες εταιρίες και τεχνικούς ασφαλείας-«αυτοφοράκηδες». Και σ’ αυτό το μέρος, το νομοσχέδιο υπηρετούσε τους κεντρικούς στόχους της αντεργατικής πολιτικής. Την έντυνε με αφήγημα «προστασίας» των εργαζομένων, προωθούσε τη λογική της «ατομικής ευθύνης» και ενίσχυε τη λογική του «κοινωνικού εταιρισμού» και της «συνεννόησης» μεταξύ εργαζομένων και κεφαλαίου, την ώρα που αυτό αποκτά δυνατότητα απεριόριστης εκμετάλλευσης και απαλλαγή απ’ τις συνέπειες, ως και θανατηφόρες, που έχει στους εργαζόμενους αυτή η εκμετάλλευση.
Η Ταξική Πορεία ανέδειξε από νωρίς όλες τις πτυχές του νέου αντεργατικού νομοσχεδίου που ετοιμαζόταν και επιχείρησε ξανά την κοινή δράση ενάντιά του. Επέμεινε στην αποκάλυψη ότι η γραμμή «θα μείνει κι αυτός ο νόμος στα χαρτιά» με την οποία εμφανίστηκαν αρχικά οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ διευκόλυνε όχι μόνο την ψήφιση του νομοσχεδίου, αλλά και την κυβερνητική προπαγάνδα που έκανε λόγο για «δυνατότητα, όχι υποχρέωση» του εργαζόμενου να «αποδεχτεί» το 13ωρο και τα υπόλοιπα αντεργατικά μέτρα (εφόσον τυχόν άρνησή του γίνεται «με καλή πίστη»). Κατήγγειλε την υπονόμευση των όποιων απεργιών έγιναν απ’ τη συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ, η οποία λίγους μήνες μετά αποκαλύφτηκε πως βρισκόταν σε πολύμηνο διάλογο με την κυβέρνηση και τις εργοδοτικές ενώσεις ενόψει της «εθνικής κοινωνικής συμφωνίας» τους για την οριοθέτηση των συλλογικών συμβάσεων στα μέτρα της εργοδοσίας. Το αρνητικό έδαφος που έστρωσαν οι κυρίαρχες δυνάμεις επέτρεψαν στην κυβέρνηση να προσθέσει τον νόμο 5239/2025 στο αντεργατικό οπλοστάσιο.
Στόχος της αντεργατικής πολιτικής, η υπαγωγή των εργαζομένων στο κεφάλαιο
Η σειρά αντεργατικών νόμων των τελευταίων ετών έχει επιδράσει σ’ όλες τις πτυχές των όρων δουλειάς και ζωής των εργαζομένων. Μισθοί, ωράρια, εντατικοποίηση, ουσιαστική ασφάλεια, σχέσεις εργασίας, προσλήψεις, απολύσεις, όλα έχουν χειροτερέψει μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις, νομοθετικές διατάξεις, αποφάσεις και εγκυκλίους. Συστατικό στοιχείο η κατεύθυνση «εξατομίκευσης» των όρων δουλειάς, όχι μόνο ως εργαλείο συμπίεσής τους, αλλά και με σκοπό τη διάσπαση των εργαζομένων σε άπειρες, «ξεχωριστές» ταχύτητες, την υπονόμευση της ενότητάς τους. Η αποσυγκρότηση του κόσμου της δουλειάς, σε συνδυασμό με την καταστολή της συλλογικής οργάνωσης και δράσης, αποτελεί συγκεκριμένο και μόνιμο στόχο της αντεργατικής πολιτικής του συστήματος. Ακριβώς γιατί η μόνη δύναμη που μπορεί ν’ αντισταθεί, ως και ν’ ανατρέψει σε μια προοπτική αυτή την πολιτική, είναι η δύναμη της συγκροτημένης εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, που συνθλίβονται όταν «τα κανονίζει» η κυβέρνηση και «τα συμφωνούν» οι «εθνικοί κοινωνικοί εταίροι», βαφτίζοντας «αντοχές της οικονομίας» τα συμφέροντα του συστήματος της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.