Η κατάσταση των εργαζομένων στο δημόσιο
Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση στους χώρους δουλειάς του δημοσίου έχει δραματικά επιδεινωθεί.
Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι πάνω από μια δεκαετία, με μικρά διαλείμματα δυο εφάπαξ αυξήσεων, 70 ευρώ από 1/1/2024, και 30 ευρώ, περίπου, από 1/4/2025 λόγω της εφαρμογής του νόμου για τον κατώτατο μισθό. Κατά τα λοιπά, ισχύει το «ενιαίο» μισθολόγιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που παγίωσε τη μισθολογική κατάσταση φτώχειας και περικοπών των μνημονίων. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι νεοδιόριστοι αμείβονται με μισθό, που, ακόμα και στις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, δεν ξεπερνά τα 700 ευρώ καθαρά.
Όσον αφορά στη διεκδίκηση του 13ου και 14ου μισθού, η κυβέρνηση δηλώνει ανυποχώρητη και το θέμα έχει παραπεμφθεί στις αίθουσες των δικαστηρίων, εν αναμονή της απόφασης του ΣτΕ επί της περίφημης «πρότυπης» δίκης.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η διεκδίκηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, για το οποίο ειδική επιτροπή, εδώ και 7 χρόνια, εξετάζει τα σχετικά αιτήματα, και αποφαίνεται με φειδώ και «σαλαμωτά». Κι ενώ αυτά ισχύουν για την πλειοψηφία, το «ενιαίο» μισθολόγιο δεν εμποδίζει την κυβέρνηση να δίνει επιδόματα και αυξήσεις στους ένστολους και να προπαγανδίζει τα περίφημα μπόνους για λίγους πρόθυμους, πάντα σε εκβιαστική σύνδεση με την αξιολόγηση-στοχοθεσία και με αντάλλαγμα την επιβολή της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής και της αξιολόγησης.
Το προσωπικό είναι γερασμένο και κουρασμένο
Οι ελάχιστες, κάτω των αναγκών, προσλήψεις μόνιμου προσωπικού και οι αντιασφαλιστικοί νόμοι όλων των κυβερνήσεων έχουν αποτέλεσμα το 67,74% των δημοσίων υπαλλήλων να είναι ηλικίας 41-60 ετών. Και, βέβαια, δεν υποτιμάμε τη συζήτηση που, κατά καιρούς, ανοίγει για ενδεχόμενη επιπλέον αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Οι χαμηλοί μισθοί δε, σε συνδυασμό με το αντεργατικό νομικό οπλοστάσιο που προβλέπει μέχρι και 13ωρο, έχουν οδηγήσει χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους σε δεύτερες δουλειές, παγιώνοντας το αδιανόητο του να μην μπορεί ένας εργαζόμενος να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του.
Το γερασμένο και κουρασμένο, λοιπόν, προσωπικό του δημοσίου, σε συνδυασμό με τις ελλιπείς και απαρχαιωμένες υποδομές και την αδιαφορία, τελικά, του κράτους για τους εργαζόμενους και τις συνθήκες εργασίας τους, έχει οδηγήσει, κατ’ αρχάς, σε ραγδαία αύξηση των εργατικών ατυχημάτων. Ενδεικτικά η ΠΟΕ-ΟΤΑ ανακοίνωσε, για την περίοδο 2024-2025, 91 θανάτους και 214 τραυματίες, με τα θύματα να αυξάνονται δραματικά κάθε μέρα.
Επίσης, έχει οδηγήσει σε σοβαρή υποβάθμιση του επιπέδου των υπηρεσιών που παρέχονται στον λαό, ειδικά σε τομείς που έχουν να κάνουν με δικαιώματα και κατακτήσεις του (παιδικοί σταθμοί στους δήμους, καθαριότητα κ.ά.), φέρνει εντατικοποίηση στους χώρους δουλειάς, αύξηση των «λαθών», με δεκάδες πειθαρχικές διώξεις και συχνά περιστατικά βίας μεταξύ πολιτών και εργαζομένων.
Πολυδιάσπαση, κατακερματισμός και τρομοκρατία
Επικρατεί η πολυδιάσπαση και ο κατακερματισμός, σε όλα τα επίπεδα, στους χώρους δουλειάς του δημοσίου.
Πολυδιάσπαση στις εργασιακές σχέσεις, με πάνω από 20% του προσωπικού να εργάζεται με κάθε είδους μορφές ελαστικής απασχόλησης, και το ποσοστό αυτό να φτάνει ή και να ξεπερνάει το 40% στους δήμους. Μια κατάσταση που διαιωνίζει η κυβέρνηση με μια σειρά από νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως η περίφημη «διάταξη Βορίδη», και δεκάδες δικαστικές αποφάσεις, προκειμένου να κόψει τελείως τον δρόμο σε κάθε προσπάθεια μονιμοποίησης. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα της μονιμότητας, εκτός του ότι βάλλεται ανοιχτά πλέον από την κυβέρνηση, έχει ήδη υπονομευθεί στην πράξη, τόσο με την είσοδο και ραγδαία επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, όσο και με το νέο πειθαρχικό που προβλέπει την ποινή της οριστικής παύσης για μια σειρά παραπτώματα, με αποκορύφωμα τη μη συμμετοχή στην αξιολόγηση.
Πολυδιάσπαση και στις αμοιβές, όπου η οικονομική ψαλίδα μεταξύ «παλιών» και «νέων» εργαζομένων είναι μεγάλη. Αν υπολογίσουμε και την τεράστια οικονομική διαφορά του επιδόματος ευθύνης, που αφορά σε 1 στους 10 «εκλεκτούς», η ψαλίδα φτάνει σε ποσοστό 30%. Συν βέβαια τις διαχωριστικές γραμμές, που τεχνηέντως δημιουργούνται, μεταξύ υπαλλήλων διαφορετικών κατηγοριών, αρμοδιοτήτων κλπ., που οξύνονται κάτω από συνθήκες εντατικοποίησης και έλλειψης προσωπικού και αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση και την διοίκηση.
Μια κατάσταση κατακερματισμού, λοιπόν, που έχει πολλαπλές συνέπειες. Θέτει σε ομηρία τους εργαζόμενους, υπονομεύει το ενιαίο των διεκδικήσεών τους και, απουσία κινήματος, ενισχύει τις πελατειακές σχέσεις εξάρτησης αφήνοντας περιθώριο στην εκάστοτε διοίκηση, συχνά σε αγαστή συνεργασία με τις κυρίαρχες συνδικαλιστικές ηγεσίες που θέλουν να διατηρούν την πελατεία και τις θέσεις τους, να παρεμβαίνει σπέρνοντας υποσχέσεις και αυταπάτες.
Και, βέβαια, δεν θα μπορούσε να παγιωθεί όλο αυτό χωρίς την τρομοκρατία που η κυβέρνηση θέλει να επιβάλει στους χώρους δουλειάς: με τα δεκάδες πειθαρχικά για συνδικαλιστικούς και πολιτικούς λόγους, σε όλο το δημόσιο, που στοχεύουν σε όποιον αντιστέκεται, και το νέο πειθαρχικό που επιταχύνει τις πειθαρχικές διαδικασίες και προβλέπει την ποινή της οριστικής παύσης-απόλυσης για πλήθος πειθαρχικών παραπτωμάτων. Καθόλου τυχαία, η πλειοψηφία των πειθαρχικών διώξεων αφορά συνδικαλιστές, ακόμα και προέδρους σωματείων, και τιμωρούν κυρίως έκφραση γνώμης και δημοσιοποίηση προβλημάτων και ελλείψεων στους χώρους δουλειάς. Η κυβέρνηση θέλει τους εργαζόμενους στο δημόσιο σε καθεστώς… ομερτά, πειθαρχημένους και διαλυμένους, τον έναν κόντρα στον άλλο, χωρίς δικαιώματα και, κυρίως, χωρίς φωνή.
Οι δυνάμεις που παρεμβαίνουν στα σωματεία
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση έντασης της επίθεσης, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις Δ.Α.Κ.Ε. (ΝΔ), ΔΗ.ΣΥ.Π. (ΠΑΣΟΚ), ΣΥΝ.ΑΝ. (ΠΑΣΟΚ στην ΠΟΕ-ΟΤΑ) και Ε.Α.ΕΚ. (ΣΥΡΙΖΑ) όχι μόνο σιωπούν, αλλά υπονομεύουν και σαμποτάρουν κάθε προσπάθεια αντίστασης. Οι συνδικαλιστές τους είναι έξω, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από τους χώρους δουλειάς και τα προβλήματά τους. Επιλέγουν να κατεβαίνουν στα σωματεία με διάφορα «θολά» ονόματα και συμμετέχουν σε ενιαία ψηφοδέλτια «κολυμπήθρες» προκειμένου να μπερδεύουν τον κόσμο, διατηρώντας δήθεν αποστάσεις από τις κυβερνητικές πολιτικές. Σε κάθε περίπτωση, όμως, διατυπώνουν αντιδραστικό λόγο και έχουν δεξιά τοποθέτηση. Η μη συμμετοχή των εργαζομένων στα σωματεία τούς βολεύει, αφού δεν θέτει σε αμφισβήτηση την κυριαρχία τους. Ίσα-ίσα την αναπαράγουν και, εν τέλει, τη φορτώνουν στους ίδιους τους εργαζόμενους με λογικές όπως «ο κόσμος δεν τραβάει». Αποθεώνουν την ανάθεση και, είτε συνεργάζονται μεταξύ τους, όπως έγινε στην τελευταία συγκρότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ, όπου, πολύ άνετα, τρία μέλη που εκλέχθηκαν στο Γενικό Συμβούλιο με την Ε.Α.ΕΚ. μεταπήδησαν στη ΣΥΝ.ΑΝ., είτε συναλλάσσονται με κυβερνητικά στελέχη και στελέχη της διοίκησης, δήθεν διαπραγματευόμενοι τα αιτήματα των εργαζομένων. Εξ ου και υποστηρίζουν την «επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων», ζηλεύοντας από τη… δόξα της ΓΣΕΕ! Στα σοβαρά ζητήματα, όμως, όπως οι αυξήσεις στους μισθούς, η μονιμότητα, το πειθαρχικό και η αξιολόγηση, αναζητούν «εφικτές» προτάσεις και συμμερίζονται πολύ περισσότερο τις δυσκολίες της κυβέρνησης, με την οποία νιώθουν πιο κοντά, από ό,τι τους εργαζόμενους και τις ανάγκες τους. Ενδεικτική της στάσης αυτών των δυνάμεων είναι η εξέλιξη της διεκδίκησης του 13ου και 14ου μισθού και η «απάντηση» στο νέο πειθαρχικό που δεν δόθηκε ποτέ.
Η Δ.Α.Σ. (ΠΑΜΕ), διαγκωνίζεται να βρεθεί στην πρώτη θέση, χωρίς καμία διάθεση κίνησης του κόσμου. Στηρίζει και στηρίζεται στην ανάθεση για να την πιστώσει στον… εαυτό της ως «η μόνη αγωνιστική δύναμη». Υπονομεύει κάθε κινητοποίηση που κινείται έξω από το πλαίσιο της νομιμότητας, αποθεώνει τους νόμους και τους κανονισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη στάση της απέναντι στον ν.1264/1982 και, παρά τους αγωνιστικούς βερμπαλισμούς, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνδιαλέγεται με κυβερνητικούς παράγοντες. Ενδεικτική ήταν η στάση της στο τελευταίο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, τον Δεκέμβρη του 2025. Έκανε… εμφάνιση νικητή, επιχείρησε να αποκλείσει όσους δεν ήταν «δικοί της», ως πρώτη δύναμη εξήγγειλε απεργία στις 16/12/2025 με κάλεσμα στο απογευματινό συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ και καταψήφισε την απόφαση για επαναπροκήρυξη της απεργίας- αποχής από την αξιολόγηση επικαλούμενη νομικίστικα τερτίπια. Συνδικαλισμός στα όρια της νομιμότητας χωρίς καμία διάθεση σύγκρουσης με την κυβερνητική πολιτική.
Οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ, εκμεταλλευόμενες την αγωνία των εργαζομένων για αγωνιστική απάντηση στην επίθεση, αυτοανακηρύσσονται ως «οι μόνοι αγωνιστές». Πίσω από ετερόκλητες και εφήμερες εκλογικίστικες συγκολλήσεις, διαγκωνίζονται με την Δ.Α.Σ. σε ιδιοκτησιακές λογικές και αγωνιστικές κορώνες που καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κοινός τόπος η ανεμπιστοσύνη στις δυνατότητες που έχουν οι εργαζόμενοι, με ακτιβισμούς και «παραδειγματικές ενέργειες» εκτόνωσης, και η αποθέωση της ανάθεσης με παραγοντισμό. Όσον αφορά δε στα σοβαρά ζητήματα, οι πραγματικές αυξήσεις τιμολογούνται σε 1200 ευρώ(!), η πάλη ενάντια στην αξιολόγηση περιορίζεται στο «να σταματήσει κάθε πειθαρχική δίωξη για συμμετοχή στην απεργία-αποχή», διεκδικούν και αυτές «ΣΣΕ εφ’ όλης της ύλης», καλούν σε «απειθαρχία στην εφαρμογή» των νόμων Γεωργιάδη, Χατζηδάκη, Αχτσιόγλου και Κεραμέως και, βεβαίως, διεκδικούν κατάργηση του ΦΠΑ, του ΕΝΦΙΑ, επιστροφή των κλεμμένων στα ασφαλιστικά ταμεία, 35ωρο και κρατικοποίηση των δημόσιων αγαθών. Ρεφορμιστικές τοποθετήσεις που δείχνουν ότι δεν έχουν εκτίμηση του χαρακτήρα, του βάθους και της έντασης της αντεργατικής επίθεσης. Και όλα αυτά με τους εργαζόμενους αποσυγκροτημένους και στο περιθώριο.
Η κατάσταση στα σωματεία
Οι 714.039 (στοιχεία 2023) εργαζόμενοι στο δημόσιο είναι εγγεγραμμένοι σε 1.040 πρωτοβάθμια σωματεία και 36 ομοσπονδίες. Παρά την ύπαρξη, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, συνδικαλιστικών δομών στις οποίες είναι σχεδόν όλοι εγγεγραμμένοι, οι εργαζόμενοι στο δημόσιο, στην πραγματικότητα, είναι μόνοι τους απέναντι στην επίθεση. Η πλειοψηφία των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργάνων δεν λειτουργούν, παρά μόνο σε επίπεδο Δ.Σ. Πραγματοποιούν μόνο τα ελάχιστα προβλεπόμενα στα καταστατικά τους και δεν έχουν συλλογικές διαδικασίες. Δεν γίνονται συνελεύσεις και, κυρίως, δεν υπάρχει εμπλοκή των εργαζομένων, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και τη μη εκπροσώπησή τους στον δρόμο. Εξ ου και στις απεργίες της ΑΔΕΔΥ τα σωματεία που στηρίζουν τις συγκεντρώσεις είναι μετρημένα στα δάκτυλα, δεν εμφανίζονται καν όλα τα μέλη των Δ.Σ. και, το χειρότερο, οι εργαζόμενοι δεν κάνουν καν απεργία, αλλά με την επίκληση κυρίως του οικονομικού, που όντως είναι σοβαρό αλλά δεν είναι το κρίσιμο, επιλέγουν να βάλουν άδεια και, κυρίως, να μην ενισχύσουν τις απεργιακές συγκεντρώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το βασικό είναι ότι οι εργαζόμενοι νιώθουν ανεμπιστοσύνη στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, δεν πιστεύουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν και να κερδίσουν, δεν πιστεύουν στις δυνάμεις τους και δεν πείθονται ότι με τις απεργίες της ΑΔΕΔΥ, τον διεκπεραιωτικό τρόπο που τις εξαγγέλλει και τις υλοποιεί, το πώς δεν τις στηρίζει, θα καταφέρουν κάτι. Μια κατάσταση που, σε συνδυασμό με την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, την αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος και την ανεμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις, σπέρνει την απογοήτευση στους εργαζόμενους.
Η παρέμβαση της Ταξικής Πορείας και των σχημάτων στα οποία συμμετέχει
Η δουλειά μας στα σωματεία δεν είναι εύκολη. Απέναντί μας βρίσκεται το κράτος-εργοδότης με το νομικό του οπλοστάσιο και την αστική δικαιοσύνη στην υπηρεσία του. Απέναντί μας βρίσκονται οι μηχανισμοί της διοίκησης και τα πειθαρχικά όργανα, που καραδοκούν με διώξεις για όποιον αντιστέκεται και αγωνίζεται.
Απέναντί μας βρίσκεται και η απαξίωση, με ευθύνη των κυρίαρχων παρατάξεων, του συνδικαλισμού στα μάτια των εργαζομένων, γεγονός που τους κάνει δύσπιστους απέναντι στα συνδικαλιστικά τους όργανα και καθιστά δύσκολο να εμπιστευτούν την οργανωμένη δράση, τον συλλογικό αγώνα και τις δυνάμεις τους.
Για μας η διέξοδος βρίσκεται μόνο στους πραγματικούς αγώνες, στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος σε επαναστατική κατεύθυνση, με όπλο τη συλλογική οργάνωση και δράση. Στο να γίνουν τα προβλήματα αντικείμενο συλλογικής πάλης και διεκδίκησης, και τα σωματεία όργανα των εργαζομένων. Το κράτος δεν είναι ουδέτερο. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι αγεφύρωτες και η νίκη, ή η ήττα, των εργαζομένων είναι ζήτημα ταξικών συσχετισμών. Ο μόνος φραγμός που μπορεί να μπει στην πολιτική της άγριας επίθεσης του συστήματος στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων είναι η δική τους οργάνωση, η δημιουργία εστιών αντίστασης σε κάθε χώρο δουλειάς, η μαζικοποίηση και το ζωντάνεμα των σωματείων σε αγωνιστική κατεύθυνση, η μαζικοποίηση των απεργιών και των διεκδικήσεων στον δρόμο.
Βασικοί άξονες της πάλης μας είναι:
- Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους
- Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων
- Πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς που να καλύπτουν το κόστος της ζωής
- Όχι στον νόμο για τον κατώτατο μισθό
- Όχι στην αξιολόγηση
- Όχι στο νέο πειθαρχικό
- Να παρθούν πίσω όλες οι πειθαρχικές διώξεις για συνδικαλιστικούς λόγους
- Κατάργηση των αντιασφαλιστικών και αντεργατικών νόμων όλων των κυβερνήσεων