Τα δύο τελευταία χρόνια, στα σωματεία έχουμε έρθει αντιμέτωποι με το κατάπτυστο μέτρο του νόμου Χατζηδάκη για το υποχρεωτικό στήσιμο ηλεκτρονικών καλπών στις εκλογικές διαδικασίες. Οι ηλεκτρονικές κάλπες, στην ουσία, αποτελούν μέτρο χτυπήματος της ίδιας της ύπαρξης του σωματείου, καθώς μέσω αυτών παρεμβαίνει το κράτος στο εσωτερικό του. Και σωματείο ισχυρό δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν είναι ανεξάρτητο από το κράτος. Ταυτόχρονα, σε ιδεολογικό επίπεδο, σε συνδυασμό με τις τηλεσυνελεύσεις και την τηλεργασία, ενισχύεται η περαιτέρω αποξένωση και ο απομονωτισμός των εργαζομένων, και όχι η ενεργή συμμετοχή τους στις διαδικασίες των σωματείων.
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι ένα τέτοιο μέτρο θα αποτελούσε κόκκινη γραμμή για τις διοικήσεις των σωματείων ή ακόμα και σημείο εκκίνησης για τη διαμόρφωση όρων ανατροπής του νόμου Χατζηδάκη. Ας θυμηθούμε τις τοποθετήσεις του ΠΑΜΕ πριν την ψήφιση του νόμου, όταν διατεινόταν ότι «ο νόμος θα σπάσει στην πράξη». Παρ’ όλα αυτά, ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη συνέβη κάτι τέτοιο. Αντίθετα, από τη στιγμή που ο νόμος ψηφίστηκε, επικράτησε σιγή ιχθύος. Όχι μόνο αποδέχτηκαν την αστική νομιμότητα, αλλά συμμορφώθηκαν πλήρως με αυτήν, χωρίς να πουν λέξη ή να λογοδοτήσουν στη βάση των σωματείων.
Σε μια σειρά σωματεία γίναμε μάρτυρες τραγελαφικών καταστάσεων. Στο ΣΕΤΗΠ, τη στιγμή που πήγαμε να καταθέσουμε τα ψηφοδέλτια συμμετοχής μας, και ενώ είχε προηγηθεί εκλογοαπολογιστική συνέλευση, ενημερωθήκαμε τυχαία ότι θα υπάρξουν και ηλεκτρονικές κάλπες, «σε κάποια άλλη μορφή», για να είμαστε δήθεν «νόμιμοι». Πλήρης υποταγή και νομιμοποίηση του νόμου. Και άραγε είχε κανείς αυταπάτες ότι το ΠΑΜΕ θα κινηθεί διαφορετικά; Έχει δώσει αρκετά δείγματα γραφής για να μας εκπλήσσει πλέον. Ακόμα και πριν ψηφιστεί ο νόμος, δεν μπορούσε καν να ψελλίσει για την ανατροπή του. Για τέτοια προσπάθεια διαμόρφωσης εργατικού κινήματος μιλάμε.
Ωστόσο, παρακάτω οφείλουμε να απολογίσουμε και τη δική μας στάση. Η απόφαση της αποχής δεν ήταν καθόλου εύκολη. Με μια πρώτη ματιά, σημαίνει ότι βγαίνεις εκτός μίας από τις σημαντικότερες πολιτικές διαδικασίες του σωματείου, και μάλιστα σε ένα σωματείο, όπου εδώ και καιρό παλεύεις για να συγκροτηθούν όροι κινηματικής δράσης. Από την άλλη, βλέποντας τη μεγαλύτερη εικόνα, η αποχή ήταν η μόνη σωστή στάση για να αναδειχθεί η ανάγκη υπεράσπισης την ανεξαρτησίας των σωματείων και της ανατροπής του νόμου Χατζηδάκη.
Επιπλέον, δεν καθίσαμε με σταυρωμένα τα χέρια, ώστε να μπορεί κανείς να ταυτίσει την αποχή με την αδράνεια. Πριν και κατά τη διάρκεια των εκλογών, παλέψαμε τη θέση μας για σωματεία ανεξάρτητα από το κράτος και τους μηχανισμούς του. Θέσαμε στη βάση του σωματείου ότι οι ηλεκτρονικές κάλπες δεν αποτελούν διευκόλυνση, αλλά «ταφόπλακα». Ότι, παρόλο που σήμερα η διοίκηση του σωματείου πέρασε το μέτρο στα μουλωχτά, αύριο με την ενεργή συμμετοχή και δράση μας μπορούμε να το ανατρέψουμε.
Είναι όμως κάθε φορά το ίδιο; Αν την επόμενη φορά έχουμε τους ίδιους ή και χειρότερους κινηματικούς όρους, θα επιλέξουμε ξανά την αποχή; Και μέχρι πότε μπορούμε να έχουμε αυτή τη στάση; Αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Κάθε φορά πρέπει να κρίνονται με το πρίσμα του τι βοηθά και τι όχι τη συγκρότηση του κινήματος.
Ντέπη Β., εργαζόμενη στον κλάδο της πληροφορικής