Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη - Εισηγητικό κείμενο: Το νέο τοπίο για τους εργαζόμενους στην Περίθαλψη

Το νέο τοπίο για τους εργαζόμενους στην Περίθαλψη

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι των δημόσιων νοσοκομείων αποτελούν σημαντικό τμήμα των εργαζομένων του δημόσιου τομέα και βιώνουν την επίθεση του συστήματος με αντίστοιχο τρόπο αλλά και με τις ιδιαιτερότητες που διαμορφώνονται από το ότι στον χώρο δουλειάς τους ο λαός αναζητά την περίθαλψή του. Ως εργαζόμενοι βρίσκονται μπροστά στις συνέπειες της επίθεσης στα εργασιακά τους δικαιώματα, όσο και στο χτύπημα στο δικαίωμα του λαού για ίση πλήρη και δωρεάν περίθαλψη. Επίθεση διμέτωπη, που εκφράζεται ενιαία ως σύμπλοκο και παράγει άλυτες έξω από την πάλη αντιθέσεις που επιδεινώνουν τους όρους δουλειάς και ζωής των υγειονομικών εργαζομένων.

Παρά την ένταση της επίθεσης και τις επιτυχίες της, καθώς και την επί του παρόντος αδυναμία των εργαζομένων συγκρότησης ικανών όρων αντίστασης σε αυτή, είναι σημαντικό ότι, αναφορικά με τα εργασιακά δικαιώματα στα δημόσια νοσοκομεία, η μόνιμη και σταθερή δουλειά αποτελεί δεδομένο και σημείο αναφοράς των εργασιακών όρων. Όπως επίσης η παροχή περίθαλψης σε αυτά, παρά τις εκτεταμένες και διευρυνόμενες «αιρέσεις», παραμένει με σημείο αναφοράς το ΔΩΡΕΑΝ δικαίωμα. Αυτά τα σημεία αναφοράς στην παρούσα φάση της διαμόρφωσης της εργασιακής ζούγκλας, της κυριαρχίας του κεφαλαίου στην εργατική τάξη και της προσαρμογής στις απαιτήσεις που επιβάλλει ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός με εκτίναξη, μεταξύ άλλων, των πολεμικών εξοπλισμών, βρίσκονται αμφότερα στο στόχαστρο της επίθεσης του συστήματος αποτελώντας ουσιαστικά «ξένα σώματα» στη φύση του και τις ανάγκες του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μπορεί εύκολα να ξεμπερδεύει με αυτά έχοντας να διαχειριστεί τη δυσφορία των «από κάτω» αλλά και τις συνέπειες της γενικότερης όξυνσης των αντιθέσεων που παράγει στο σύνολό της η πολιτικής του συστήματος.
Συνεχής επιδείνωση στα δημόσια νοσοκομεία

Με μια σειρά νόμων, η κυβέρνηση της ΝΔ, προχωρώντας την πολιτική της επίθεσης, αναδιαμορφώνει συνεχώς τα δημόσια νοσοκομεία σε μια συνεχή επιδείνωση των εργασιακών όρων των υγειονομικών και των όρων περίθαλψης του λαού. Η χρόνια αδιοριστία, η καθήλωση των μισθών μπροστά στην ακρίβεια, η στέρηση του 13ου και 14ου μισθού, η εφαρμογή της αξιολόγησης, ο νόμος για τον «προσωπικό γιατρό», ο νόμος για τα απογευματινά χειρουργεία, η λεγόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», η επέκταση των εργολαβιών, η παύση των δευτερογενών διακομιδών από το ΕΚΑΒ, η αλλαγή του συστήματος των εφημεριών στην Αττική, ο υγειονομικός χάρτης του μοντέλου κόμβος-ακτίνα, η εφαρμογή των ηλεκτρονικών συστημάτων ενοποιημένων νοσηλίων (DRG), το βραχιολάκι των ΤΕΠ, το νέο πειθαρχικό καθώς και η επιρροή των κεντρικών αντεργατικών νόμων, όλα, ανεξάρτητα της έκτασης και του βάθους της επιρροής και «επιτυχίας» τους, συνέβαλαν σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Το αφήγημα της κυβέρνησης για την αύξηση της χρηματοδότησης, των καινοτομιών των ηλεκτρονικών συστημάτων, των ανακαινίσεων των ΤΕΠ και των από ετών αναμενόμενων νοσοκομείων δωρεάς ιδρύματος Νιάρχου, προσπαθεί να συγκαλύψει ακριβώς αυτή την πολιτική της επίθεσης την ίδια στιγμή που ταΐζει ημέτερους εργολάβους, χτυπάει δικαιώματα, εντείνει τη φασιστικοποίηση και προετοιμάζει το πεδίο συνέχισης των επιδιώξεών της. Η όποια αύξηση χρηματοδότησης, που διατυμπανίζει ο υπουργός Γεωργιάδης, αφορά απορρόφηση κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και χρηματοδότησης εργολαβιών που χρησιμεύουν στην εντατικοποίηση των εργαζομένων και τον κεντρικό έλεγχο του υπουργείου και μετατρέπουν τα νοσοκομεία σε ιδρύματα λειτουργίας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ενώ παράλληλα μειώνονται οι δαπάνες για προσωπικό. 

Οι όροι δουλειάς

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι δουλεύουν σε ένα εντατικοποιημένο περιβάλλον εργασίας ως αποτέλεσμα της υποστελέχωσης. Καλύπτουν διπλά και τριπλά πόστα ανά βάρδια, απανωτές βάρδιες πρωί-νύχτα, εφημερίες χωρίς ρεπό, έχοντας δεκάδες ωφελούμενα ρεπό και άδειες. Το μαστίγιο της αξιολόγησης και το αφήγημα «να βγει το πρόγραμμα» επιβάλλει αυτούς τους όρους, με τις μετακινήσεις να είναι το στοιχείο που προστέθηκε ιδιαίτερα μετά την πανδημία. Οι μισθοί εξανεμίζονται από την ακρίβεια, στοιχείο που και το ίδιο το υπουργείο έχει αναγκαστεί να αναγνωρίσει επίσημα. Ο Γεωργιάδης παραδέχθηκε δημόσια ότι οι μισθοί των νοσηλευτών είναι πολύ χαμηλοί. Οι οποίοι, ωστόσο, είναι από τους υψηλότερους στον χώρο, αφού οι τραυματιοφορείς, οι εργαζόμενοι στη σίτιση, στη διανομή, στην καθαριότητα, στη φύλαξη, όντας συμβασιούχοι ή εργολαβικοί, λαμβάνουν πολύ λιγότερα, με πολλούς από αυτούς να εργάζονται και σε δεύτερο εργοδότη για να συμπληρώσουν εισόδημα επιβίωσης. Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι, χωρίς να είναι ενταγμένοι στα «βαρέα και ανθυγιεινά», βρίσκονται σε υγειονομικά επισφαλή χώρο εργασίας και αυτό αφορά όλους όσοι εργάζονται στον χώρο ανεξαρτήτως ειδικότητας. Την ίδια στιγμή, ο χαρακτήρας της εργασίας τους και οι συνθήκες που επικρατούν δεν εκθέτουν σε κίνδυνο μόνο τους ίδιους τους εργαζόμενους αλλά και τους ασθενείς που δέχονται τις υπηρεσίες. Τον τελευταίο χρόνο, από πλευράς υπουργείου με όχημα το αφήγημα της «ατομικής ευθύνης» και για να αποπροσανατολίσουν από τις ευθύνες της πολιτικής τους, έχει ξεκινήσει μια κατεύθυνση διώξεων και ενοχοποίησης των εργαζομένων για τα «λάθη» που γίνονται στη δουλειά. Η τάση αυτή πήρε νέες διαστάσεις με τις διώξεις που υφίστανται οι ψυχίατροι για τη διαχείριση των «εισαγγελικών», που έφτασαν να προσάγονται την ώρα της εφημερίας. Επικρατούν, στο σύνολό τους, συνθήκες που απέχουν πολύ από τις «ήρεμες συνθήκες εργασίας» για τις οποίες φημιζόταν το δημόσιο και που, από την πανδημία και μετά, οδηγούν σταθερά ένα διακριτό σε πλήθος κομμάτι των εργαζομένων σε παραίτηση. Κάτω από τον ίδιο χώρο συνυπάρχουν η μονιμότητα με τις επισφαλείς σχέσεις εργασίας, με τους συμβασιούχους και εργολαβικούς εργαζόμενους να ξεπερνούν το ¼ του συνόλου. Η πολιτική του συστήματος έχει επενδύσει στην πολυδιάσπαση των εργαζομένων ακόμη και εντός της ίδιας ειδικότητας, ώστε να υπονομεύεται η αντίληψη της κοινή μοίρας μεταξύ των εργαζομένων και η προοπτική κοινού αγώνα.

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι φορτώνονται δουλειά από την πλευρά της διοίκησης-εργοδοσίας και με την πίεση που δημιουργεί η ίδια η περίθαλψη. Στο έδαφος δηλαδή της πίεσης της υποστελέχωσης, του μαστιγίου της αξιολόγησης, της γραφειοκρατίας των διαδικασιών που υπηρετούν τη λειτουργία με λογική «εσόδων-εξόδων», την τρομοκρατία της «ατομικής ευθύνης», προστίθεται η επίκληση στο φιλότιμο της υπηρεσίας απέναντι στον πάσχοντα που ταλαιπωρείται. Γιατί η επίθεση στο δικαίωμα στην περίθαλψη έχει φτάσει οι υγειονομικοί να έχουν απέναντί τους ασθενείς που βασανίζονται με ώρες αναμονής στα επείγοντα, διακομίζονται από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, νοσηλεύονται σε ράντζα στους διαδρόμους με τους συγγενείς τους να αναλαμβάνουν χρέη νοσηλευτών και το πιθανότερο είναι η περίθαλψή τους να παραμείνει ανολοκλήρωτη και να εξέλθουν με οδηγίες για εξετάσεις ιδιωτικά για όποιον έχει να πληρώσει. Η συνθήκη αυτή φέρνει τον υγειονομικό να παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στην κούραση της δουλειάς και την αλληλεγγύη στον ασθενή. Συνθήκη εν πολλοίς άλυτη στη βάση των όρων που έχει επιβάλει το σύστημα, που όμως τροφοδοτεί σειρά αντιδραστικών αφηγημάτων που πριμοδοτούνται από το ίδιο. Όσο δεν κερδίζει έδαφος η γραμμή της αντίστασης, οι εργαζόμενοι παραμένουν επιρρεπείς σε απόψεις που βλέπουν τους ασθενείς σαν βάρος. «Έρχονται στο νοσοκομείο χωρίς λόγο» ή «οι συγγενείς είναι πρόβλημα όταν δεν φροντίζουν αυτοί τον ασθενή» ή «να πάρει εξιτήριο να αδειάσει το κρεβάτι», ως και την αποδοχή της ποινικοποίησης των επιθετικών συμπεριφορών αγανακτισμένων ασθενών και συγγενών από τις πολύωρες αναμονές στα επείγοντα. Τα φαινόμενα βίας που παρατηρήθηκαν ανάμεσα σε υγειονομικούς και ασθενείς είναι αποτέλεσμα της βίας του συστήματος και της πολιτικής του, που είναι πραγματικά υπεύθυνο για τις συνθήκες εργασίας και περίθαλψης.

Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες υπονομεύουν την αναγκαία πάλη

Η διέξοδος και απάντηση στις ανάγκες των εργαζομένων για δουλειά με ανθρώπινους όρους και μισθούς που να καλύπτουν το κόστος ζωής, καθώς και για διεκδίκηση, στο πλάι του λαού, πλήρους και δωρεάν περίθαλψης για όλους, βρίσκεται στην οργάνωση της πάλης τους και του κινήματός τους στην κατεύθυνση της αντίστασης στην πολιτική του συστήματος. Ενός κινήματος που απαιτεί τη μαζική εμπλοκή των εργαζομένων, με ανάληψη της αρμοδιότητας από τους ίδιους μέσα από τα σωματεία τους και με απεργιακούς αγώνες για να αναμετρηθούν με την πολιτική της επίθεσης. Ουσιαστικά απαιτείται κεντρική πολιτική μάχη του κλάδου για τα ζητήματα αιχμής, που ωστόσο η οικοδόμησή της απαιτεί ξεπέρασμα όλων εκείνων που αποπροσανατολίζουν ή υπονομεύουν συνειδητά για λογαριασμό του συστήματος αυτή την κατεύθυνση.

Οι αγώνες των υγειονομικών μέχρι στιγμής δεν έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν όρους ικανούς για την προοπτική αναμέτρησης. Ακόμη και η πανδημία που «έριξε τα φώτα» στα δημόσια νοσοκομεία δεν λειτούργησε σαν προωθητικό στοιχείο των αγώνων, αλλά αποτέλεσε καταλύτη της επίθεσης. Οι ξεπουλημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες και ιδιαίτερα η ΠΟΕΔΗΝ με τη διακήρυξη της παύσης αγώνων αποτέλεσε όπλο στα χέρια της κυβέρνησης. Η κατάσταση που επικρατεί στα συνδικαλιστικά όργανα, με τον αστικό συνδικαλισμό (ΠΑΣΟΚ) να έχει το πάνω χέρι, αποτελεί βασικό ανάχωμα του συστήματος. Έχουν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον αποπροσανατολισμό και την απογοήτευση των εργαζομένων καθώς και στην αποσυγκρότηση αγωνιστικών διαδικασιών του κινήματος. Υπάρχουν και αναπαράγονται ως συνομιλητές με το σύστημα διεκδικώντας ρόλο σε κάθε φάση της επίθεσης για τον εαυτό τους και ξεπουλώντας τα δικαιώματα των εργαζομένων. Κατά καιρούς, όπως στην πανδημία με τις απολύσεις των ανεμβολίαστων υγειονομικών, έγιναν και λαγοί της κυβερνητικής πολιτικής. Η τακτική τους συγκροτείται από μιντιακό κινιματισμό, γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, υπονόμευση των απεργιακών αγώνων και διασπαστικές κινήσεις συντεχνιακών διεκδικήσεων στις οποίες αυτοί πάντα βρίσκονται ως εκπρόσωποι και διαμεσολαβητές των εργαζομένων με το υπουργείο. Μπροστά στην ένταση της επίθεσης, την υποχώρηση των μαζικών αγώνων του κλάδου που χρησιμοποιούν ως διαπραγματευτικό χαρτί τους με την κυβέρνηση, και την πίεση που δέχονται και οι ίδιοι ως «σώμα» από την κυβέρνηση ακόμη και με διώξεις, έχουν λάβει το μήνυμα ότι το σύστημα δεν θα ανεχτεί στην παρούσα φάση οποιαδήποτε κινητοποίηση μπορεί να συμβάλει στην αστάθειά του. Αυτό έχει οδηγήσει τις ηγεσίες σε θέσεις ανοιχτής υποστήριξης της κυβερνητικής πολιτικής σε διάφορες πλευρές της, από την αξιολόγηση μέχρι τη στήριξη του Ισραήλ, δίνοντας την άνεση στον υπουργό να τους κερνάει γλυκά σε μέρα απεργίας. Η πρωτοκαθεδρία του αστικού συνδικαλισμού αναπαράγεται διατηρώντας μια κατάσταση στα σωματεία που εξυπηρετεί ακριβώς αυτό: τον παροπλισμό τους ως όργανα πάλης των εργαζομένων και την αναπαραγωγή των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Σε μικρούς συλλόγους νοσοκομείων κυρίως της περιφέρειας, ουσιαστικά πριμοδοτείται η πλήρης απραξία του σωματείου και η διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων ότι δεν έχουν να περιμένουν κάτι από αυτό. Στα μεγάλα νοσοκομεία, ο αστικός συνδικαλισμός διατηρεί δίκτυο ελέγχου-επιρροών στον χώρο δουλειάς λειτουργώντας ουσιαστικά ως το μακρύ χέρι της διοίκησης. Καταφέρνει μ’ αυτόν τον τρόπο να αναπαράγει και στο συνδικαλιστικό πεδίο αυτές τις σχέσεις, με χαρακτηριστική έκφραση τη μαζική συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες των σωματείων ενώ η συμμετοχή στις άλλες διαδικασίες τους είναι μικρή.

Ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός του ΚΚΕ, από την πλευρά του, δεν έχει κανέναν σκοπό να διαταράξει αυτή τη συνθήκη προς την κατεύθυνση της οργάνωσης του κινήματος των υγειονομικών εργαζομένων. Διεκδικεί καλύτερες θέσεις για τον ίδιο στο ίδιο καθεστώς αντιπροσώπευσης και διαμεσολάβησης, χωρίς αυτό να έχει κάποια διαφοροποίηση στη «βάση» δηλαδή στην κατάσταση που βρίσκονται τα σωματεία, στην εμπλοκή και συμμετοχή των εργαζομένων, στην κατάσταση του κινήματος συνολικά. Το έχει καταφέρει με την πρωτοκαθεδρία του στην ΟΕΝΓΕ, όπου παρά τις χιλιάδες ψήφους που έλαβε πανελλαδικά και ιδιαίτερα στην ΕΙΝΑΠ, αυτό καμία σχέση δεν έχει με τις δυνατότητες των εργαζομένων να παλέψουν ενάντια στην κυβερνητική πολιτική. Ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός τα τελευταία χρόνια επένδυσε στην μιντιακή αντιπαράθεση με τον υπουργό Γεωργιάδη. Μια αντιπαράθεση που πραγματοποιείται από τα μέλη του ΚΚΕ-ΠΑΜΕ από τη μια και τον ανεκδιήγητο υπουργό από την άλλη και πάντα φυσικά μπροστά στις κάμερες ή τα social media. Μία τακτική που ωφέλησε αμφότερους να συσπειρώσουν το ακροατήριό τους. Ουσιαστικότερο είναι το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης, που ανακυκλώνεται γύρω από το αν το ΕΣΥ καταρρέει ή εκσυγχρονίζεται. Μια συζήτηση που από τη φύση της αφήνει τους εργαζόμενους αδρανείς και που ο ρόλος τους είναι να επιλέξουν με την ψήφο τους τον καλύτερο διαχειριστή του ΕΣΥ και του συστήματος συνολικά. Σε επίπεδο βάσης-σωματείου, είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάσταση δεν διαφοροποιείται σημαντικά όπου υπάρχουν συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΚΚΕ. Σε κάποια σωματεία που έχει την πρωτοκαθεδρία, παρουσιάζει ως «μεγάλες νίκες» ό,τι προκύπτει μετά από συνεννόηση με τη διοίκηση, ενώ όπου έχει λίγες δυνάμεις υπονομεύει κάθε αγωνιστική κίνηση προτάσσοντας το «συνολικό» μοντέλο-πρόταση διαχείρισης της «αποκλειστικά δημόσιας δωρεάν υγείας».

Η υπεράσπιση του ΕΣΥ είναι το πεδίο που κινούνται και οι λοιπές ρεφορμιστικές δυνάμεις των μεταβατικών προγραμμάτων. Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις τους από το ΚΚΕ, φέρουν την ίδια πλατφόρμα αντιλήψεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση του ΕΣΥ ως σύστημα και η βελτίωσή του όπως το φαντάζεται ο καθένας, είναι το έδαφος που συναντιέται ο ρεφορμιστικός με τον αστικό συνδικαλισμό και, κατά συνέπεια, με την ίδια την κυβέρνηση και το σύστημα. Η συζήτηση γύρω από το ΕΣΥ, πέραν του ότι συγκαλύπτει την ύπαρξη εργοδοσίας μέσα σε αυτό και την επίθεση που εξελίσσεται στο πλαίσιό του όπως περιγράφτηκε αρχικά, υπονομεύει και την αναγκαία ενεργοποίηση των ίδιων των εργαζομένων ως υποκείμενο στη διεκδίκησή των δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα που καθόλου δεν είναι εξασφαλισμένα στο πλαίσιο οποιουδήποτε ΕΣΥ. Η καταγωγή αυτών των ρεφορμιστικών αντιλήψεων βρίσκεται στη θεώρηση του κράτους σαν πεδίο ταξικής πάλης και στην υποστήριξη δυνατότητας ύπαρξης πιο «φιλολαϊκού» -αστικού- κράτους. Μπροστά στην ένταση της επίθεσης και τη φασιστικοποίηση που εξελίσσεται και με την αναδιαμόρφωση του κράτους άρα και του δημόσιου τομέα (διώξεις-πειθαρχικά-απολύσεις), οι δυνάμεις αυτές βερμπαλίζουν ενώ βρίσκονται εντελώς στον αέρα την ίδια ώρα που τσακίζονται δικαιώματα. Οι εκλογές του συστήματος είναι το πεδίο που ευελπιστούν όλες αυτές οι απόψεις να ενισχυθούν, άσχετα από την απόσταση που τις χωρίζει από την πραγματικότητα και τις ανάγκες των εργαζομένων.

Ανάγκη η συγκρότηση αντιστάσεων και όρων κεντρικής πολιτικής μάχης

Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι της Ταξικής Πορείας, στους χώρους δουλειάς οφείλουν να παλεύουν την κατεύθυνση συμβολής στην οργάνωση της αντίστασης των εργαζομένων στην επίθεση του συστήματος, της υπεράσπισης και διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους. Κατανοώντας τη φύση και την ένταση της επίθεσης τόσο ως μέρους της συνολικής πολιτικής του συστήματος στο έδαφος του κλιμακούμενου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και της ταξικής επίθεσης του εξαρτημένου καπιταλισμού της χώρας μας, όσο και το πώς εξειδικεύεται στον χώρο σε κάθε στιγμή. Έχοντας καθαρή άποψη για τις συνθήκες που επικρατούν και τις δυνάμεις που ηγούνται στην παρούσα φάση στα συνδικαλιστικά όργανα και για τις επιδιώξεις και την αντιδραστική συμβολή των ρεφορμιστών στην ανάπτυξη της πάλης. Έχοντας αποσαφηνίσει τις ιδεολογικές γραμμές που συνδέονται με τα διάφορα αφηγήματα, συστημικά και ρεφορμιστικά, που υπάρχουν στον χώρο. Έχοντας εμπιστοσύνη στη δυνατότητα του μαζικού εργατικού κινήματος και την πολιτικοποίησή του μέσα από πολύμορφες διαδικασίες, που δεν αφορούν μόνο τις κλαδικές συνδικαλιστικές διεκδικήσεις και το επίπεδο της ανάπτυξής τους. Πάνω από όλα, έχοντας αντικειμενική ανάγνωση της πραγματικότητας και των συνθηκών της ταξικής πάλης, να μετράμε τα όρια των δικών μας δυνατοτήτων. Ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί και να διευρύνουμε αυτές τις δυνατότητες. Βρισκόμαστε στη φάση που, την ίδια στιγμή που η πολιτικοσυνδικαλιστική δουλειά χρειάζεται να δίνει την κόντρα με τις συστημικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις για την υπεράσπιση της γραμμής της αντίστασης και της ανάγκης συγκρότησης όρων κεντρικής πολιτικής μάχης, οφείλει ταυτόχρονα να χτίζει τις εστίες αντίστασης που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης. Σε μια τέτοια συγκρότηση στην παρούσα φάση καμία άλλη διακριτή δύναμη δεν θέλει ούτε μπορεί να συμβάλει.

Παρεμβαίνουμε στους χώρους δουλειάς τις υπερασπιζόμενοι τους βασικούς άξονες της πάλης μας και ειδικά για τα νοσοκομεία:

  • Χαρακτηρισμό του χώρου ως ανθυγιεινού με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Με την αντίληψη ότι:
    • αποτελεί δικαίωμα όλων των εργαζομένων στον χώρο και στοιχείο ενιαιοποίησής τους
    • δεν αφορά ένα επίδομα αλλά το σύνολο των ζητημάτων που συνδέονται με την επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων εξαιτίας των συνθηκών στις οποίες εκτίθενται (όρια συνταξιοδότησης, ωράρια, ρυθμοί, χρόνοι ανάπαυσης κ.ά.)
    • είναι ζήτημα της πάλης των εργαζομένων και όχι πεδίο διαπραγμάτευσης-συνδιαλλαγής ή αναγνώρισης της «προσφοράς» ή αναπλήρωσης της «αδικίας» αναφορικά με την ύπαρξη του δικαιώματος στον ιδιωτικό τομέα
  • Κανένα κλείσιμο νοσοκομείου - Καμία συγχώνευση υγειονομικής μονάδας-κλινικής
  • Ίση Πλήρη Δωρεάν περίθαλψη για όλο τον λαό