Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη - Εισηγητικό κείμενο: Η κυριαρχία των ρεφορμιστικών απόψεων και του εικονικού συνδικαλισμού έρχεται από το παρελθόν

Η κυριαρχία των ρεφορμιστικών απόψεων και του εικονικού συνδικαλισμού έρχεται από το παρελθόν

Η κατάσταση οπισθοχώρησης και αποσυγκρότησης του εργατικού κινήματος που διανύουμε σήμερα έχει βάθος και ιστορία. Οι δυνάμεις του ρεφορμισμού στη χώρα έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξάπλωση της ήττας και της απογοήτευσης. Πάντα σε ρόλο συμπληρωματικό στις επίσημες αστικές και κυβερνητικές δυνάμεις, στο όνομα «των εργατικών διεκδικήσεων» και με μπόλικη «φασαρία» συνέβαλαν τα μέγιστα στην οπισθοχώρηση, την αποσυγκρότηση και τη γενικευμένη αποστασιοποίηση των μαζών από τα όργανα πάλης τους.

Τα τελευταία 10-15 χρόνια, το κεφάλαιο και η αντεργατική πολιτική των κυβερνήσεων έχουν καταφέρει τεράστιες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις. Η σύγχρονη εργασιακή βαρβαρότητα για να εφαρμοστεί χρειάστηκε την αμέριστη βοήθεια των κάθε λογής ψεύτικων φίλων. Οι επίσημες συνδικαλιστικές ηγεσίες (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) και ο αστικός συνδικαλισμός, έχοντας τον ρόλο του επίσημου κυβερνητικού συνομιλητή, αποτέλεσαν τον βασικό συνοδοιπόρο της αντεργατικής επίθεσης. Η «εργασιακή ειρήνη», η κατεύθυνση της «ταξικής συνεργασίας/συνδιαχείρισης/συνεννόησης» αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη βασική γραμμή ενσωμάτωσης των εργατικών αντιστάσεων και διεκδικήσεων. Αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί το βασικό όχημα καθυπόταξης των εργατικών μαζών στις επιλογές του κεφαλαίου και της αντεργατικής επίθεσης.

Οι δυνάμεις του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ μέσα σε αυτά τα ταραγμένα χρόνια της σκληρής ταξικής αναμέτρησης, επέλεξαν και συνεχίζουν να επιλέγουν να κινούνται στα πλαίσια της παραπάνω λογικής, της ταξικής ενσωμάτωσης. Η προσπάθεια ισορροπίας στο τεντωμένο σχοινί της επίθεσης είναι πρακτικά αδύνατη και αποτυπώνεται στη συστηματική αποφυγή της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης με τις αστικές πολιτικές και την υπόκλιση στη νομιμότητα και τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Αποτυπώνεται με την επένδυση στην εικονική αγωνιστικότητα, τη δημιουργία εντυπώσεων, τη «φασαρία» και τις «έντονες αγωνιστικές κορώνες» σε περιόδους νηνεμίας. Αντίθετα σε περιόδους που διαφαίνονται ή κυοφορούνται τοπικά ή κεντρικά ξεσπάσματα, κυριαρχεί η απροθυμία, η απαξίωση και η ανεμπιστοσύνη/φόβος στις δυνάμεις των εργαζόμενων μαζών. Στις περιπτώσεις που οι εξελίξεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο των δυνάμεών τους, η λάσπη, η ανοιχτή υπονόμευση έως και οι τραμπουκισμοί μπαίνουν σε πλήρη εφαρμογή.

Αποθέωση της αστικής νομιμότητας

Όσο κι αν προσπαθούν να βαφτίσουν το κρέας ψάρι, είναι δύσκολο να ξεχαστεί η κατάπτυστη στάση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ γύρω από την ψήφιση και εφαρμογή του αντεργατικού νόμου Χατζηδάκη (4808/2021), που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ήταν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ μαζί με τον επίσημο υποταγμένο συνδικαλισμό της ΑΔΕΔΥ που, σύμφωνα με την υπόδειξη της ΓΣΕΕ, πήραν πίσω και ακύρωσαν τη διαφαινόμενη μαζική απεργία στις 3 του Ιούνη 2021, πριν την ψήφιση του νόμου. Ήταν οι ίδιες δυνάμεις που μετά την ψήφιση, πρωτοστάτησαν στην ενσωμάτωση των αγωνιστικών διαθέσεων επιβάλλοντας την εργασιακή ειρήνη μέσα από το σύνθημα «ο νόμος θα μείνει στα χαρτιά». Σήμερα η κυβέρνηση και το κεφάλαιο εφαρμόζουν κατά ριπάς και επεκτείνουν τις πτυχές του νόμου που σχετίζονται με τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, την επιχείρηση κρατικού ελέγχου των συλλογικών οργάνων και την ποινικοποίηση της συνδικαλιστική δράσης. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ είτε σφυρίζουν αδιάφορα και επιλέγουν να μην εμπλακούν σε κινήσεις που δεν μπορούν να ελέγξουν (βλέπε διώξεις εκπαιδευτικών και αξιολόγηση) ή, σε κάποιες περιπτώσεις, επιλέγουν να είναι ο βασικός φορέας εφαρμογής της νομιμότητας (βλέπε εφαρμογή των ηλεκτρονικών καλπών). Αν σε κάποιους προκαλεί γέλια η ευφάνταστη ατάκα της ΕΣΑΚ στο ΣΜΤ Μακεδονίας ότι η εφαρμογή των ηλεκτρονικής κάλπης στις πρόσφατες εκλογές του σωματείου αποτελεί «ελιγμό αντεπίθεσης», στην πραγματικότητα καταδεικνύει πόσο κατάφορα κυνικοί μπορούν να γίνουν όταν ΠΡΕΠΕΙ να επιβάλουν τη νομιμότητα.

Το ζήτημα της «νομιμότητας/νομιμοφροσύνης», σε όλες τις εκφάνσεις του, για τις δυνάμεις του ρεφορμισμού, του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, αποτέλεσε και αποτελεί ίσως μια από τις σημαντικότερες κόκκινες γραμμές που ΔΕΝ μπορούν να ξεπεραστούν. Η όλη συζήτηση γύρω από τη νομιμότητα, τα όριά της και τη στάση της κάθε πολιτική και συνδικαλιστικής δύναμης παίρνει νέες διαστάσεις όσο η αντεργατική πολιτική επεκτείνεται και η εργασιακή βαρβαρότητα γίνεται όλο και πιο «νόμιμη». Επίσης για το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο «περίπλοκα» ή -πιο σωστά- πιεστικότερα, όσο οι επίσημες συνδικαλιστικές δυνάμεις εντός των εργασιακών χώρων υποχωρούν και ο ρεφορμισμός διεκδικεί για τον εαυτό του αναβαθμισμένο ρόλο «νέου» επίσημου συνομιλητή.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η γραμμή της ταξικής ειρήνης επιβάλει κατευθύνσεις και όρια στις διεκδικήσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει με την απογείωση των δικαστικών αγώνων και της νομικής οδού όπου τα σωματεία και οι εργατικοί αγώνες λειτουργούν συμπληρωματικά και σαν κομπάρσοι. Για να φτάσουμε στο σημείο οι δυνάμεις του ρεφορμισμού να αποτελούν τους βασικούς θεματοφύλακες της νομιμότητας μέσα στους εργασιακούς χώρους. Η απαρέγκλιτη στοίχιση πίσω από την εφαρμογή του αντιδραστικού πλαισίου ελέγχου των σωματείων του νόμου 1264/1982 (ανοιχτή υπεράσπιση των καλπονοθευτικών διατάξεων) έρχεται σταδιακά να δώσει τη θέση της στο ανανεωμένο πλαίσιο ελέγχου του νόμου Χατζηδάκη 4808/2021.

Κοινοβουλευτικές αυταπάτες, αποφυγή της μάχης και αναζήτηση «ευκαιριών»

Καθοριστικό ρόλο στην πολιτική που ασκεί το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ αποτελεί η στάση «υπεύθυνης κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης». Οι «ολοκληρωμένες» και «υπεύθυνες» προτάσεις, οι προγραμματικές θέσεις μιας «άλλης» διαχείρισης, μιας «άλλης» οικονομίας, που βέβαια σύμφωνα πλέον με το ΚΚΕ θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και άμεσα από μια άλλη κυβέρνηση, βάζουν το εργατικό κίνημα σε ρόλο κομπάρσου, κλακαδόρου της επίσημης κοινοβουλευτικής πάλης. Τι άλλα χαρακτηριστικά θα μπορούσε να έχει η πρόσφατη (Δεκέμβρης 2024) πρόταση νόμου του ΚΚΕ για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, την οποία στήριξαν και υπέγραψαν 627 συνδικαλιστικές οργανώσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα; Με την πρόταση νόμου «καταργούνται όλες οι αντεργατικές διατάξεις» των εργασιακών νόμων από τα μνημόνια μέχρι σήμερα, «διασφαλίζονται πλήρως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις», «αποκαθίσταται ο 13ος και 14ος μισθός στο δημόσιο» και άλλα παρόμοια. Όσο το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ καταργούσε την επίθεση «με έναν νόμο και ένα άρθρο», η κυβέρνηση προωθούσε το νομοσχέδιο για τον κατώτατο μισθό χωρίς υπαρκτές αντιδράσεις, «χωρίς να ανοίξει ρουθούνι».

Σε συνέχεια της ίδιας λογικής και με δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση και το κεφάλαιο προωθούν τη διάλυση των ωραρίων, την κατάργηση του οχταώρου και την επέκταση του εργάσιμου χρόνου ως και τις 13 ώρες τη μέρα, οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, όπως επίσης και το σύνολο των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, προωθούν ως κεντρικό αίτημα τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, το 7ωρο-35ωρο. Σε εργασιακούς χώρους όπως αυτοί της κατασκευής και ενώ η εργοδοσία του κλάδου έχει από καιρό καθιερώσει τις 10-12 ώρες τη μέρα και τις 6 μέρες την εβδομάδα, η ομοσπονδία οικοδόμων διεκδικεί 7ωρο-35ωρο. Πόσο μακριά άραγε μπορεί να βρίσκεται το «αίτημα» από την πραγματική διεκδικητική δυνατότητα ενός κλάδου; Πού αλήθεια αποσκοπεί η παραπάνω πολιτική ακροβασία; Θα λέγαμε πως μια τέτοια τακτική εξυπηρετεί τη ζύμωση και προπαγάνδα γενικώς δίκαιων αιτημάτων χωρίς συγκεκριμένα και άμεσα καθήκοντα. Αιτήματα που κουμπώνουν «φούστα-μπλούζα» με την αποφυγή της σύγκρουσης και τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες των προτάσεων νόμων που καταργούν την επίθεση και την εργασιακή βαρβαρότητα.

Οι ιδεολογικές αναφορές στο ζήτημα της «επιλογής» αιτημάτων δεν θα μπορούσαν να λείπουν, τόσο σε σχέση με το ίδιο το αίτημα και την προέλευσή του (βλέπε τη σχέση της μείωσης εργάσιμου χρόνου με τη θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων), όσο και σε σχέση με το πώς το κάθε αίτημα συμβάλει ή όχι στην όξυνση αντιθέσεων αλλά και στην ενίσχυση, ενεργοποίηση, μαζικοποίηση του μπλοκ αγώνα σε ενεστώτα χρόνο.

Η υπόθεση των ΣΣΕ και ο χαρακτήρας της πάλης των σωματείων τα τελευταία χρόνια για την επανακατάκτησή τους έχει έντονα στοιχεία της παραπάνω παραδοχής. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, που εμφανίζονται να πρωτοστατούν σε ένα τέτοιο αγώνα, για άλλη μια φορά κινούνται με χαρακτηριστικά γενικής ζύμωσης και προπαγάνδας, χωρίς στην πραγματικότητα να επιδιώκουν ή να μπορούν να διαμορφώσουν όρους αντιπαράθεσης που να μπορούν έστω να κατορθώσουν σε κάποιους κλάδους να υπογραφούν ΣΣΕ με αυξήσεις στους μισθούς και διεύρυνση δικαιωμάτων. Είναι βέβαιο ότι η συντονισμένη επανεκκίνηση ανάδειξης του ζητήματος των ΣΣΕ τα τελευταία χρόνια από δυνάμεις όπως αυτές του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ μετά τις τεράστιες ανατροπές των μνημονίων, δεν συνέπεσε τυχαία με την πρωτοβουλία της Ε.Ε. και κατά συνέπεια της κυβέρνησης να ανακατέψει ξανά την τράπουλα. Η ευρωπαϊκή οδηγία για τις ΣΣΕ, που αποτέλεσε τη βάση για τον νόμο για τον κατώτατο μισθό και για το νομοσχέδιο που ετοιμάζεται στο έδαφος της «κοινωνικής συμφωνίας» για τις ΣΣΕ ώστε να εξυπηρετήσει ξανά την αντεργατική επίθεση, δημιούργησε βλέψεις «ευκαιρίας» έως και αυταπάτες για πιθανές θετικές πλευρές.

Εικονικοί αγώνες και εικονικές ανατροπές

Γράφουμε συχνά ότι οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ επενδύουν στην «φασαρία» προσπαθώντας να διαμορφώσουν μια εικονική αγωνιστικότητα που τις περισσότερες φορές βρίσκεται πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μας, είναι εντελώς διαφορετικό να βλέπεις τα γεγονότα με αισιοδοξία και να τονίζεις τη δυναμική της κάθε κίνησης ή πρωτοβουλίας και άλλο να προωθείς μια εντελώς εικονική πραγματικότητα που αργά ή γρήγορα θα προσκρούσει στον πραγματικό συσχετισμό με πολύ αρνητικές συνέπειες για κάθε εμπλεκόμενο. Το βασικό πρόβλημα της παραπάνω τακτικής όμως δεν βρίσκεται στο πόσο μισοάδειο ή μισογεμάτο βλέπει ο καθένας το ποτήρι. Βρίσκεται στο ότι η «φασαρία» και η «εικονική αγωνιστικότητα» είναι οι «έξοδοι κίνδυνου» μιας κατεύθυνσης που δεν θέλει να συγκρουστεί τόσο με τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης, όσο και με την αντεργατική επίθεση.

Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την προώθηση του νέου αντεργατικού νόμου Κεραμέως, που πέρασε για άλλη μια φορά με μικρές ή και ελάχιστες αντιδράσεις δείχνουν εμφατικά του λόγου το αληθές. Οι δύο απεργίες και το ένα απογευματινό συλλαλητήριο μέσα σε περισσότερους από έξι μήνες όπου η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει τις αντεργατικές της προθέσεις βρίσκονται πολύ μακριά από τις πραγματικές απαιτήσεις μιας δύσκολης κατά γενική ομολογία μάχης. Ωστόσο οι ανταποκρίσεις της περιόδου, οι βαρύγδουπες ανακοινώσεις νίκης και αγωνιστικής αδιαλλαξίας όταν δεν συνοδεύονται από πραγματική οργάνωση και κίνηση των εργαζομένων μέσα από τα εργαλεία πάλης τους μόνο αυταπάτες και απογοήτευση μπορούν να παράξουν.

Σε ένα τέτοιο κλίμα, ένα νέο ερώτημα πλανάται στο εργατικό κίνημα: Οι πρωτιές του ΠΑΜΕ στην ΑΔΕΔΥ, το ΕΚΑ, το ΕΚΠ και άλλα εργατικά κέντρα ή ομοσπονδίες υποδηλώνουν θετικές ποιοτικές μεταβολές στο εργατικό κίνημα ή όχι; Αν μετρούσαμε τη δυναμική του εργατικού κινήματος με συνέδρους και αντιπροσώπους, όχι ότι δεν έχει και αυτό τη σημασία του, θα λέγαμε πως μπορεί κάτι να αλλάζει. Μια πιο προσγειωμένη ανάγνωση όμως θα αποκάλυπτε πως η σημαντική οπισθοχώρηση των αστικών δυνάμεων εντός των εργασιακών χώρων έχει αφήσει κενά που αναζητούν συμπλήρωση. Κενά που κατά βάση αφορούν τις ισορροπίες της «εργασιακής ειρήνης» και της διαμεσολάβησης ανάμεσα στην εργοδοσία και τις εργαζόμενες μάζες. Αντίστοιχα στο κεντρικό επίπεδο, η απόλυτη στοίχιση της ΓΣΕΕ με την κυβερνητική πολιτική και την επίθεση έχει αφήσει και εδώ παρόμοια κενά διαμεσολάβησης που ψάχνουν τρόπο να καλυφθούν. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ, με επίκεντρο τις οργανωτικές τους δυνατότητες, έχουν αρπάξει την «ευκαιρία» και πορεύονται. Ωστόσο η επόμενη ημέρα της πρωτιάς στην ΑΔΕΔΥ με την πρώτη απεργία χωρίς απεργιακή συγκέντρωση δίνει το στίγμα για τη συνέχεια.

Τα βασικά ζητήματα του εργατικού κινήματος που βρίσκονται στη βάση, τις εργαζόμενες μάζες, τα εργαλεία πάλης και την προοπτική ανατροπής της υποχώρησης, της απαξίωσης και της αποσυγκρότησης, συνεχίζουν να μένουν αναπάντητα. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ ούτε θέλουν ούτε μπορούν να κινηθούν προς μια τέτοια κατεύθυνση. Αποτελούν βασικούς φορείς της ανάθεσης μέσα στα σωματεία, στηρίζουν και προωθούν τη λογική των σωματείων-σφραγίδα, χωρίς γενικές συνελεύσεις και πολιτική λειτουργία, με επίκεντρο τα ΔΣ και τους εκλεγμένους συνδικαλιστές στην καλύτερη των περιπτώσεων και τη βάση στη γωνία, παρακολουθητή εξελίξεων και αποφάσεων. Αποτελούν φορείς μπλοκαρίσματος σημαντικών αγωνιστικών πρωτοβουλιών. Όποια κίνηση δεν εντάσσεται στο οργανωτικό και πολιτικό πλαίσιο του ΠΑΜΕ θεωρείται αντιπαραθετική και ξένη. Η περιχαράκωση και ο ηγεμονισμός δεν οφείλεται στο αίσθημα οργανωτικής υπεροχής, αλλά αποτελεί στοιχείο φόβου μπροστά σε ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει.

Η επίδραση των ρεφορμιστικών απόψεων

Την ίδια στιγμή μπορεί να βρει κανείς κοντινές ή και ίδιες αντιλήψεις τόσο σε οργανωτικά, όσο και σε πολιτικά ζητήματα στο σύνολο των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που παρεμβαίνουν στους εργασιακούς χώρους. Οι ηγεμονισμοί στα πλαίσια των διάφορων «συντονισμών» και της κοινής δράσης συνεχίζουν να κυριαρχούν παρά τη σημαντική υποχώρηση των δυνατοτήτων τους να παράγουν πολιτικά γεγονότα. Ταυτόχρονα με το ανέβασμα των τόνων της αντιπαράθεσης προς τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ συνυπάρχει και ένα εμφανές δέος, που συχνά αποτυπώνεται με έναν πολιτικό και οργανωτικό ετεροκαθορισμό.

Στο επίπεδο της κατεύθυνσης, τα «συνολικά» πλαίσια πάλης, που αναπαράγουν ολόκληρο το πρόγραμμα της αντίστοιχης πολιτικής δύναμης, συνεχίζουν να αποτελούν προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε κίνηση. Μπορεί τα μεταβατικά προγράμματα και οι μεταβατικές κυβερνήσεις να προσέκρουσαν με φόρα στην πραγματικότητα της «πρώτη φορά αριστεράς», όμως τα στοιχεία που τα συνθέτουν (εθνικοποιήσεις, εργατικός έλεγχος, λιγότερη δουλειά-δουλειά για όλους) συνεχίζουν να σπέρνουν αυταπάτες για τον ρόλο του κράτους και τα χαρακτηριστικά του αγώνα για την ανατροπή της επίθεσης.