Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη - Εισηγητικό κείμενο: Συλλογικές συμβάσεις και συλλογικός αγώνας

Συλλογικές συμβάσεις και συλλογικός αγώνας

Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) αποτελούν μια κεντρικού χαρακτήρα κατάκτηση για την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους. Αποτελούν πεδίο ανοιχτής ταξικής σύγκρουσης. Το αν υπάρχουν ΣΣΕ, ποιο είναι το περιεχόμενό τους και ποιοι καλύπτονται από αυτές εξαρτάται άμεσα από τον συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στους εργαζόμενους και το κεφάλαιο και την έκβαση της πάλης τους. Όταν το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση, οι ΣΣΕ αποδυναμώνονται, αδειάζουν από εργατικά δικαιώματα και κατακτήσεις ή καταργούνται στην πράξη. Όταν όμως οι εργαζόμενοι οργανώνονται και αγωνίζονται συλλογικά, μετατρέπονται σε εργαλείο υπεράσπισης, κατοχύρωσης και διεύρυνσης των δικαιωμάτων τους.

Οι ΣΣΕ στο στόχαστρο

Οι ΣΣΕ δεν παραχωρήθηκαν από καμία κυβέρνηση και κανέναν εργοδότη ως πράξη «κοινωνικής ευθύνης». Κατακτήθηκαν μέσα από σκληρούς αγώνες, απεργίες, διώξεις και συγκρούσεις των εργαζομένων με το κεφάλαιο και το κράτος που το υπηρετεί. Αποτέλεσαν αναγκαστικές υποχωρήσεις του κεφαλαίου μπροστά στη δύναμη της οργανωμένης πάλης της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζονται διαχρονικά ως απειλή. Το κεφάλαιο τις αποδέχεται μόνο όταν δεν μπορεί να τις αποφύγει και επιχειρεί διαρκώς να τις περιορίσει, να τις υπονομεύσει ή να τις μετατρέψει σε μηχανισμό πειθάρχησης των εργαζομένων.

Στη χώρα μας, ιδιαίτερα μετά το 2012, οι ΣΣΕ βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας συνολικής αντεργατικής επίθεσης. Με το μνημονιακό νομοθετικό πλαίσιο καταργήθηκε η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ως εργαλείο καθορισμού του κατώτατου μισθού, επιβλήθηκε η υπερίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων, διαλύθηκε η καθολικότητα και η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων και περιορίστηκε δραστικά η συλλογική διαπραγμάτευση. Οι αλλαγές αυτές δεν στόχευαν απλώς στη μείωση του μισθολογικού κόστους και την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, αλλά, μαζί με αυτά, στόχευαν στη διάσπαση της εργατικής τάξης και στην αποδυνάμωση της συλλογικής της δύναμης. Αυτή η στρατηγική δεν ήταν προσωρινή, ούτε αποτέλεσμα «έκτακτων συνθηκών». Το χτύπημα στις ΣΣΕ αποτελεί κεντρική επιλογή του κεφαλαίου και του κράτους, αφού αποτελεί σημαντικό μοχλό προώθησης του στρατηγικού στόχου αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων σε όλο το φάσμα των εργατών και των εργαζομένων.

«Επιστροφή των ΣΣΕ» ή εξειδίκευση της αντεργατικής πολιτικής;

Τον τελευταίο καιρό ωστόσο επιχειρείται να καλλιεργηθεί μια εικόνα δήθεν «επιστροφής» των ΣΣΕ και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, κατ’ εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας που βάζει ως κατεύθυνση έναν στόχο αύξησης στο 80% του ποσοστού εργαζομένων που καλύπτονται από κάποια ΣΣΕ. Κυβέρνηση, εργοδοτικές ενώσεις και η συνδικαλιστική ηγεσία της ΓΣΕΕ, ευλογώντας την Ε.Ε. και φορώντας έναν «φιλεργατικό» μανδύα, δηλώνουν ότι εργάζονται για ένα σχέδιο που θα «ενισχύσει τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας». Μετά από 7 μήνες μεταξύ τους διαβουλεύσεων, που κρατήθηκαν μυστικές από τους εργαζόμενους, συνυπέγραψαν τη λεγόμενη «κοινωνική συμφωνία» για τις ΣΣΕ.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια συμφωνία που στοχεύει στη νομιμοποίηση και θεσμοθέτηση της υπάρχουσας αντεργατικής κατάστασης και το θάψιμο των εργασιακών δικαιωμάτων. Δεν επαναφέρει τις ΣΣΕ ως εργαλείο διεκδίκησης και βελτίωσης των όρων εργασίας, αλλά επιχειρεί να τις μετατρέψει σε «κανόνες λειτουργίας» των επιχειρήσεων. Το πλαίσιο που διαμορφώνουν κυβέρνηση, εργοδότες και συνδικαλιστικές ηγεσίες, σε εφαρμογή των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων και σε συνέχεια όλων των αντεργατικών νόμων, είναι να διαμορφώσουν ΣΣΕ που θα νομιμοποιούν τα αντεργατικά μέτρα, θα τα εξειδικεύουν στις ανάγκες κάθε κλάδου και θα περιορίζουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει βελτίωση των όρων εργασίας μέσω διαβουλεύσεων με τους ίδιους εργοδότες που επιβάλλουν 13ωρα, εντατικοποίηση και εργοδοτικά εγκλήματα, χωρίς σύγκρουση μαζί τους, χωρίς απεργιακή πίεση, χωρίς καν την ενεργή συμμετοχή των εργαζομένων.

Ακόμα και οι όροι «κοινωνική συμφωνία», «κοινωνικοί εταίροι», «εθνικό συμφέρον», «εκπρόσωποι των εργαζομένων» (ΓΣΕΕ), έχουν στόχο να χτυπήσουν την ταξική συνείδηση των εργαζομένων, ώστε να αποδεχτούν μια συμφωνία των «από πάνω» σαν δική τους. Του μεν κεφαλαίου και του κράτους του, που διαμορφώνουν τον σύγχρονο εργασιακό μεσαίωνα, και των δε ξεπουλημένων εργατοπατέρων, που υπονομεύουν συνεχώς τους αγώνες των εργαζομένων μόνο και μόνο για να κατοχυρώσουν μια θέση επίσημου συνομιλητή με το σύστημα. Η λεγόμενη «κοινωνική συμφωνία» λειτουργεί ως εργαλείο εκτόνωσης της οργής και αποτροπής των αγώνων, επιχειρώντας να αντικαταστήσει τη συλλογική πάλη και διεκδίκηση με έναν εικονικό «κοινωνικό διάλογο» χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.

Κεντρικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας είναι ο ρόλος του κράτους. Για άλλη μια φορά, το κράτος αποδεικνύεται ότι δεν λειτουργεί ως ουδέτερος ρυθμιστής των ταξικών αντιθέσεων, αλλά αποτελεί έναν ενεργό μηχανισμό επιβολής της αντεργατικής πολιτικής. Άλλωστε, ήδη με τους διαδοχικούς αντεργατικούς νόμους διαμορφώνει τις εργασιακές σχέσεις, αλλά και με τον νόμο για τον κατώτατο μισθό, το κράτος και η εκάστοτε κυβέρνηση έχει αναλάβει τον καθορισμό του. Αυτή την «αρμοδιότητα» επιβεβαιώνει (με την υπογραφή της ΓΣΕΕ παρά τα μισόλογά της σχετικά με την κατάργηση στην ουσία της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης) η συμφωνία, και μάλιστα την επεκτείνει στις κλαδικές ΣΣΕ. Τον τελικό λόγο για την επέκταση και την κήρυξη ως υποχρεωτική για όλες τις επιχειρήσεις ενός κλάδου θα συνεχίσει να τον έχει ο υπουργός Εργασίας, με προϋπόθεση τα εμπλεκόμενα σωματεία και ομοσπονδίες να τεθούν υπό τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους, έχοντας γραφτεί στο ηλεκτρονικό μητρώο (ΓΕΜΗΣΟΕ). Με τον τρόπο αυτό, το κράτος εμπλέκεται ακόμα περισσότερο στη διαμόρφωση των όρων κάθε ΣΣΕ, με στόχο να διασφαλίζει ότι κινείται στα όρια της αντεργατικής πολιτικής.

Οι σημερινές ΣΣΕ αποτυπώνουν την αποσυγκρότηση

Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινείται και η πλειοψηφία των όποιων ΣΣΕ βρίσκονται σε ισχύ σήμερα, εξυπηρετώντας κύρια τις ανάγκες της εργοδοσίας, η οποία έχει στη διάθεσή της ένα αντισυνδικαλιστικό νομικό οπλοστάσιο. Με τα σωματεία υπό ασφυκτικό έλεγχο, με την απεργία ποινικοποιημένη, με τη συνδικαλιστική δράση να τιμωρείται ελεύθερα με απολύσεις και διώξεις, με τους εργαζόμενους αποσυγκροτημένους και στο περιθώριο, το έδαφος είναι ναρκοθετημένο για οποιαδήποτε ουσιαστική «συλλογική διαπραγμάτευση». Έτσι, μια σειρά ΣΣΕ (είτε κλαδικές είτε επιχειρησιακές) στην καλύτερη περίπτωση προβλέπουν μεν ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς, αλλά με αντάλλαγμα «εργασιακή ειρήνη» από τη μεριά των εργαζομένων. Οι αυξήσεις αυτές, βέβαια, συνήθως είναι μικρότερες από τον πληθωρισμό ή είναι μικρότερες από το διαμορφωμένο ύψος μισθών και ημερομισθίων (χαρακτηριστικό παράδειγμα η ΣΣΕ των οικοδόμων). Άλλες πάλι δεν προβλέπουν καθόλου αυξήσεις, ενώ δεν λείπουν κι οι περιπτώσεις ΣΣΕ που δεν κάνουν καν αναφορά σε ύψος μισθών, αλλά νομιμοποιούν οτιδήποτε εξυπηρετεί τις ανάγκες της εργοδοσίας (χαρακτηριστικά παραδείγματα η εφαρμογή 6ήμερης εργασίας στην κλαδική ΣΣΕ στον τουρισμό και τον επισιτισμό και τα 2 διαδοχικά 12ωρα που προβλέπει η επιχειρησιακή ΣΣΕ της φαρμακευτικής DEMO, στην οποία μάλιστα δεν ορίζονται μισθοί). Τέτοιες ΣΣΕ δεν αποτελούν νίκη και κατάκτηση των εργαζομένων, παρ’ όλο που έτσι παρουσιάζονται από τις δυνάμεις που τις υπογράφουν.

Σ’ όλη αυτή την κατάσταση, κρίσιμος έχει αποδειχτεί ο ρόλος των δυνάμεων που κυριαρχούν στα συνδικαλιστικά όργανα. Τόσο ο κυβερνητικός-εργοδοτικός συνδικαλισμός όσο και ο ρεφορμισμός, λειτουργούν ως μηχανισμοί ενσωμάτωσης, εκτόνωσης και απονεύρωσης των εργατικών αντιδράσεων. Η βάση της συγκρότησής τους είναι η «εργασιακή ειρήνη» κι η συνδιαλλαγή με την εργοδοσία, καλλιεργώντας αυταπάτες «κοινών συμφερόντων» με τα αφεντικά. Σπέρνουν αυταπάτες περί «αταξικού» χαρακτήρα του κράτους, γι’ αυτό η μόνιμη «διέξοδος» που προβάλλεται είναι οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, οι προτάσεις νόμου και η αναμονή των επόμενων κάθε φορά εκλογών. Η γραμμή της ανάθεσης έχει οδηγήσει σε σωματεία απομαζικοποιημένα, εργαζόμενους απογοητευμένους, μακριά από τα όργανα πάλης τους και χωρίς καμία εμπειρία συλλογικών κατακτήσεων και αγώνων.

Παρ’ όλο που υπάρχει πλήθος σωματείων, στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων δεν συμμετέχει σε αυτά. Πολλά από αυτά, μάλιστα, αποτελούν σωματεία-σφραγίδες, χωρίς να παρουσιάζουν καμία άλλη δραστηριότητα από το κάλεσμα των μελών τους σε μια τυπική συμμετοχή σε εκλογές κάθε 2-3 χρόνια, δεν οργανώνουν ούτε συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις, δεν έχουν την παραμικρή παρέμβαση σε χώρους δουλειάς, δεν έχουν υπογράψει κάποια ΣΣΕ, δεν βγάζουν καν ανακοινώσεις, δεν «υπάρχουν» παρά μόνο για την εκλογή Δ.Σ. και αντιπροσώπων για τα ανώτερα όργανα.

Η κατάκτηση ΣΣΕ είναι υπόθεση συλλογικής πάλης των εργαζομένων

Γι’ αυτό σήμερα αποτελεί κεντρικό καθήκον η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος σε κάθε κλάδο. Μέσα από σωματεία ζωντανά, μαζικά, με πραγματική συμμετοχή των εργαζομένων και συλλογικές διαδικασίες, με πραγματικές και μαζικές συνελεύσεις. Χωρίς τυχοδιωκτικές λογικές και συμβολικές κινήσεις, αλλά με πραγματικές αποφάσεις αγώνα και ουσιαστικές κινηματικές δράσεις, με απεργίες και διαδηλώσεις. Σωματεία που δεν θα περιορίζονται μόνο στη διαχείριση προβλημάτων και συλλογή καταγγελιών, αλλά θα στρέφουν την οργή και τις ανησυχίες των εργαζομένων στον οργανωμένο και συλλογικό αγώνα, με αιτήματα πάλης για τη νίκη και όχι τη συνδιαλλαγή. Χωρίς αυταπάτες για τον ρόλο του κράτους και των μηχανισμών του. Χωρίς αυταπάτες για «σωτήρες-παράγοντες» και «ειδικούς» του κινήματος.

Για εμάς είναι ξεκάθαρο: τα εργατικά δικαιώματα είναι συλλογικά και κατακτιούνται συλλογικά. Ο μισθός, το ωράριο, η ανάπαυση, η υγεία και ασφάλεια, η ασφάλιση και ο συνδικαλισμός δεν κατοχυρώνονται ατομικά, αλλά μόνο μέσα από οργανωμένη συλλογική πάλη. Η εξατομίκευση δεν είναι ελευθερία όπως μας βομβαρδίζει η κυρίαρχη προπαγάνδα του συστήματος, αλλά απομόνωση και αποδυνάμωση του συλλογικού αγώνα των εργαζομένων. Το κεφάλαιο δεν παραχωρεί δικαιώματα αν δεν αναγκαστεί να το κάνει, αλλιώς επιχειρεί συνεχώς να πάρει πίσω ό,τι κατακτήθηκε.

Έτσι λοιπόν και ο αγώνας για ΣΣΕ δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συνολική πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση, τη φτώχεια και την υποτίμηση της ζωής μας. ΣΣΕ που δεν θα είναι κενά πουκάμισα, αλλά που να καλύπτουν το πραγματικό κόστος ζωής, να διασφαλίζουν ανθρώπινα ωράρια και ρυθμούς εργασίας, να κατοχυρώνουν μόνιμη και σταθερή δουλειά, πλήρη δικαιώματα και ουσιαστικά μέτρα υγείας και ασφάλειας και να λειτουργούν ως φραγμός στην εργοδοτική αυθαιρεσία, κατακτιούνται μόνο μέσα από τη συλλογική πάλη των εργαζομένων. Χωρίς πίεση από τα κάτω, χωρίς κάθε βήμα να είναι υπόθεση πλατιά των εργαζομένων, κάθε διαπραγμάτευση θα καταλήγει σε συμβιβασμό σε βάρος τους. Ο δρόμος του συλλογικού αγώνα δεν είναι εύκολος. Είναι όμως ο μόνος που μπορεί να ανοίξει προοπτική στους εργαζόμενους και τις ανάγκες τους.