Η κατάσταση των συνδικάτων
Η περίοδος που διανύουμε, με βάση τις εξελίξεις, είναι τέτοια που απαιτείται η συζήτηση γύρω από την κατάσταση των σωματείων. Οι απαντήσεις σε ζητήματα που υπάρχουν γύρω από αυτή την κατάσταση, μπορούν να ενισχύσουν ένα ολόκληρο δυναμικό εργαζομένων που στις άγριες σημερινές εργασιακές συνθήκες αποφασίζει τίμια και με ανιδιοτέλεια να κάνει συνδικαλιστικά βήματα συγκρότησης.
Είναι σημαντικό αυτό γιατί τα συνδικάτα που συναντά ο εργαζόμενος που «κάνει το βήμα», απέχουν πολύ στην πράξη απ’ το να αποτελούν τη συγκρότηση που γεννήθηκε απ’ την ανάγκη της εργατικής τάξης να διαπραγματευτεί με το κεφάλαιο καλύτερους όρους δουλειάς και ζωής. Απέχουν πολύ στην πράξη απ’ το να θυμίζουν όργανα πάλης και μάλιστα συλλογικής και όχι ατομικής διεκδίκησης.
Αν θέλαμε να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, οφείλουμε να έχουμε ως δεδομένο ότι η κατάσταση των συνδικάτων σήμερα, αλλά και πάντα, ήταν, είναι και θα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κατάσταση του εργατικού κινήματος και τον βαθμό συγκρότησης της εργατικής τάξης. Η κατάσταση και η ισχύς τους είναι αντανάκλαση του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις δυνάμεις της κεφαλαιοκρατίας, της αστικής τάξης, και τις δυνάμεις της εργατικής τάξης και των εργαζομένων συνολικά.
Κυριαρχία των αστικών και ρεφορμιστικών απόψεων
Συνακόλουθα προκύπτει ένα κομβικό, κρίσιμο, καθοριστικό πολιτικό ζήτημα. Η αντίθεση, η πάλη ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μεταφράζεται με πολιτικές κατευθύνσεις και απόψεις στο εσωτερικό των συνδικάτων. Συνοψίζοντας τα παραπάνω και με λίγο διαφορετικά λόγια, θα λέγαμε πως η σημερινή γενική κατάσταση των συνδικάτων (με τις όποιες ανισομετρίες της) είναι αποτέλεσμα της κυριαρχίας αστικών και ρεφορμιστικών απόψεων στο εργατικό κίνημα. Ο προσανατολισμός, οι κατευθύνσεις, η δραστηριότητα και η λειτουργία τους είναι αποτέλεσμα της αντανάκλασης αστικών απόψεων και γραμμών στο εσωτερικό τους. Βασικό στοιχείο είναι η πάλη των πολιτικών απόψεων στο εσωτερικό των συνδικάτων. Στοιχείο που κρίνει την πορεία ενός συνδικάτου είναι το πώς αυτή η πάλη απόψεων καταλήγει να αντιμετωπίζει την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Ως ανειρήνευτη με κρίσιμο ζήτημα τη θέση των εργαζομένων στην πάλη ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο ή, από την άλλη, ως δίλημμα ταξικής συνεργασίας;
Η σοσιαλδημοκρατία και ο ρεφορμισμός, με δοσμένη αυτή την άποψη (για ταξική συνεργασία κεφαλαίου-εργασίας), διαμόρφωσαν ένα ολόκληρο σώμα συνδικαλιστικής έκφρασης που με τη σειρά του επέδρασε καταλυτικά στη σημερινή γενική κατάσταση των συνδικάτων. Φυσικά αν πριν λίγες δεκαετίες η ταξική συνεργασία ήταν το όχημα των παραπάνω δυνάμεων και διαμόρφωνε την εικόνα, το περιεχόμενο, τις κατευθύνσεις που γνώρισαν παλιότεροι εργαζόμενοι, στις σημερινές συνθήκες η ίδια μήτρα της ταξικής συνεργασίας σε συνδυασμό με την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, διαμορφώνει συνδικάτα απόλυτης υποταγής στο κεφάλαιο και την αστική τάξη.
Με βάση αυτό μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την πλήρη παράδοση των εργαζομένων από τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ χωρίς καμία ένσταση και πρόσχημα, στις ορέξεις του κεφαλαίου και του κράτους με τους κορυφαίους αντεργατικούς νόμους των τελευταίων ετών.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι μέσα από την περιγραφή πλευρών αυτής της κατάστασης, της κυριαρχίας δηλαδή αστικών και ρεφορμιστικών απόψεων στα συνδικάτα. Ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα, χωρίς αυτό να διαφοροποιείται ουσιαστικά σε αυτά του δημοσίου.
Αν παρατηρήσει κανείς αντίστροφα την πυραμίδα συγκρότησης των συνδικάτων, από την κορυφή προς την βάση, μπορεί να αντιληφθεί πως αποτυπώνεται καθαρά η κατάσταση αποσυγκρότησης και κυριαρχίας της αστικής τάξης μέσω απόψεων που εκφράζουν τα αστικά κόμματα κυρίως (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ -ΣΥΡΙΖΑ) αλλά και ρεφορμιστικά (ΚΚΕ).
Τα ανώτερα συνδικαλιστικά όργανα στην υπηρεσία του συστήματος
Η πλειοψηφία των εργαζομένων όχι μόνο δεν συσπειρώνεται κάτω από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, αλλά η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ είναι έτη φωτός μακριά και απέναντι από τα ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους. Όχι απλά δεν τους εκφράζουν, αλλά αυτοί που κυριαρχούν σ’ αυτά έχουν απομακρυνθεί τόσο πολύ από τους εργαζόμενους που αντιλαμβάνονται την ύπαρξη και την προοπτική τους ως στρώμα, μόνο μέσα απ’ τις σχέσεις με τα κυρίαρχα κόμματα, τους θεσμούς του κράτους και του συστήματος.
Η τριτοβάθμια έκφραση λειτουργεί ως προθάλαμος για στελέχη κομμάτων παρά ως εκφραστή των εργαζομένων. Με βάση την άποψη της ταξικής συνεννόησης κατανοούν τις ανάγκες του κεφαλαίου και του συστήματος, υπάρχουν για να εξυπηρετούν την προώθηση των αστικών κατευθύνσεων, μπλοκάροντας τις εργατικές αντιδράσεις. Οι μηδενικές ανοχές του κεφαλαίου απέναντι στην εργασία σε συνδυασμό με την αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος έφτασε να τους αφαιρεί ακόμα και το βασικό επιχείρημα ύπαρξης. Το δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να υπογράφουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Η δουλειά υπονόμευσης ήταν τόσο πετυχημένη(!) που το σύστημα περιορίζει συνεχώς τον ρόλο τους. Η όποια αναφορά τους στις συλλογικές συμβάσεις τα τελευταία χρόνια είχε να κάνει με την αναζήτηση του ρόλου «εκφραστή-εκπροσώπου», και όχι με τις ανάγκες των εργαζομένων. Οι πανηγυρισμοί μπροστά στον επερχόμενο νόμο επιβολής της «κοινωνικής συμφωνίας» για συλλογικές συμβάσεις εκμετάλλευσης ερμηνεύονται με βάση το άγχος και την αγωνία τους να αναγνωριστεί και στη σημερινή εποχή αυτός τους ο ρόλος.
Η χρησιμοποίηση λοιπόν των σωματείων ως σφραγίδες και μέσο διαπραγμάτευσης αυτού του στρώματος, που στριμώχνεται στην ηγεσία των τριτοβάθμιων οργάνων, αναδεικνύει το περιεχόμενο και τον στόχο των λίγων απεργιών που προκηρύσσουν αυτές οι ηγεσίες. Αποφάσεις απεργιών έξω απ’ τους εργαζόμενους, χωρίς οργάνωση, χωρίς προπαγάνδιση, μακριά από τον κίνδυνο δημιουργίας όρων μαζικής αντίστασης, αποσπασματικές, που ανακοινώνονται είτε στο «παρά πέντε», είτε τόσο νωρίς που θυμίζουν πιο πολύ πρόγραμμα καθιερωμένης λειτουργίας παρά απεργία με στόχο την διεκδίκηση. Οι κινήσεις αυτές είναι ακόμη πιο καθαρά ενάντια στον λαό, όσο πιο οξυμένη είναι η ταξική πάλη. Η σιγή ασυρμάτου στο κορωνοϊό, η ακύρωση απεργίας μπροστά στην ψήφιση του «νόμου Χατζηδάκη», η αποφυγή δημιουργίας ενιαίας κίνησης και αλληλεγγύης σε αγρότες και εκπαιδευτικούς, ο πυροσβεστικός χαρακτήρας για το έγκλημα στα Τέμπη, η αποφυγή αντιπολεμικών κινήσεων την ώρα που η εργατική τάξη σηκώνει το βάρος της πολεμικής προετοιμασίας και ετοιμάζεται για να γίνει κρέας για κανόνια, είναι μερικά τελευταία στοιχεία αυτής της εικόνας.
Σημαντικά στοιχεία, επίσης, που δείχνουν την εικόνα των συνδικάτων, είναι αυτά που φανερώνουν-περιγράφουν τη σχέση τους με το κράτος. Δεν μπορούν να διανοηθούν μια λειτουργία μακριά απ’ το κράτος. Αν η ιστορία του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος έχει σελίδες γεμάτες από θυσίες των ηγετών της εργατικής τάξης που, όντας εκτός νόμου, βίωσαν τα χτυπήματα των μηχανισμών και του κράτους, η ηγεσία των τριτοβάθμιων οργάνων όντας ποτισμένη με την άποψη της συνεννόησης, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μέρος περισσότερο του κράτους παρά των εργαζομένων. Τα συνδικάτα, κατά μεγάλη πλειοψηφία, με την κυριαρχία της αστικής άποψης περί ουδετερότητας του κράτους, στηρίζονται οικονομικά σε επιχορηγήσεις του κράτους και κατά πολύ μικρή μειοψηφία σε συνδρομές εργαζομένων. Στο τι οικονομικά παράθυρα για ιδία χρήση του στρώματος αυτού ανοίγει αυτού του είδους η λειτουργία, δεν αξίζει να αναφερθούμε εδώ καθώς πάνω-κάτω μπορεί ο καθένας να το αντιληφθεί. Δεν είναι βέβαια απλά και μόνο οικονομική η εξάρτηση, είναι συνολικά οι σχέσεις των συνδικάτων με τον κρατικό μηχανισμό.
Η αγωνία να μη χαθεί αυτή η σχέση που «νομιμοποιεί» την ύπαρξη των συνδικάτων και των ηγεσιών καταγράφεται στον σεβασμό των απαιτήσεων που νομικά βάζει το κράτος για τη σύσταση, τους όρους, τις εκλογικές διαδικασίες, τις απεργιακές αποφάσεις, τη δικαιοδοσία κινήσεων. Χιλιόμετρα μακριά από μια αντίληψη που κατανοεί το κράτος ως εργαλείο της αστικής τάξης για καταστολή των «από κάτω». Χιλιόμετρα μακριά από μια λογική που αντιλαμβάνεται πως η αστική τάξη ποτέ δεν νομιμοποίησε τις εργατικές διεκδικήσεις και δεν αναγνώρισε το δικαίωμα στην εργατική τάξη να οργανώνεται. Οι απεργοκτόνοι νόμοι ελέγχου των διαδικασιών και φακελώματος των συνδικάτων δεν συγκίνησαν αυτές τις ηγεσίες, που υιοθετούν όλο το πλαίσιο χτυπήματος του συνδικαλισμού.
Με το βλέμμα στην τριτοβάθμια, παρόμοια χαρακτηριστικά έχει η δευτεροβάθμια συγκρότηση των συνδικαλιστικών οργάνων, στις ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα. Με βασικό κοινό στοιχείο, φυσικά, την απόσταση από τους εργαζόμενους. Η βασική λειτουργία ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων έχει καταντήσει να είναι η διαδικασία του συνεδρίου κάθε μερικά χρόνια. Μια διαδικασία η οποία, παρ’ όλο που μπορεί να εμφανιστεί κάποια προοδευτική άποψη, παραμένει έξω και μακριά από τους εργαζόμενους. Το κύριο επίδικο για σχεδόν όλες τις δυνάμεις είναι η συγκρότηση εκλογικών συσχετισμών και μηχανισμών για την τριτοβάθμια οργάνωση.
Κρίσιμη η πρωτοβάθμια οργάνωση των εργαζομένων
Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από τα παραπάνω, η εκτίμησή μας για την πολιτική κατάσταση και τη συνδικαλιστική έκφραση είναι πως, στη σημερινή φάση και στο επόμενο διάστημα, αυτό που θα καθορίσει σημαντικές εξελίξεις στο εργατικό κίνημα κατά βάση θα κριθεί στην πρωτοβάθμια οργάνωση των εργαζομένων. Όχι πως στα πρωτοβάθμια όργανα επικρατεί καλύτερος συσχετισμός, με τα φίλτρα εκπροσώπησης της ενισχυμένης αναλογικής να ευνοούν τις κυρίαρχες αστικές απόψεις, αλλά κυρίως γιατί είναι το πεδίο που οι πρωτοπόροι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα επαφής και παρέμβασης. Γιατί είναι το σκαλί που μπορούν να ανέβουν εργαζόμενοι. Όχι ακοπίαστα, καθώς οι σκόπελοι είναι πολλοί. Όμως η άμεση επαφή με τα προβλήματα των χώρων και η δυνατότητα κριτικής ηγεσιών διοικητικών συμβουλίων μπορεί να προσεγγιστεί με όρους μαζικής συσπείρωσης των εργαζομένων.
Στα πρωτοβάθμια σωματεία, με βάση τις πολιτικές απόψεις που παρεμβαίνουν στο εργατικό κίνημα, αλλά και με βάση το είδος της εργασίας (δηλαδή τη θέση των εργαζομένων στην παραγωγή) υπάρχουν αρκετά διαφορετικές συνθήκες και όροι. Θα μπορούσαμε, παρ’ όλα αυτά, να περιγράψουμε βασικές κατηγορίες και διακρίσεις στον ιδιωτικό τομέα, καθώς στον δημόσιο η εικόνα παραμένει πιο σταθερή και σε αντιστοιχία με τα κεντρικά ζητήματα.
Υπάρχουν πρωτοβάθμια σωματεία που εκφράζουν καθαρά τα συμφέροντα της εργοδοσίας. Σωματεία που λειτουργούν με βασικό γνώμονα τον έλεγχο της εργοδοσίας με εγκάθετους που φροντίζουν τις εκκρεμότητες του χώρου που εκπροσωπούν, σαν προϊστάμενοι, με ρόλο επικοινωνίας με την εργοδοσία. Ιδιαίτερα σε επιχειρησιακά συνδικάτα ζυμώνουν τις κατευθύνσεις, φροντίζουν να διατηρείται η ιεραρχία και οι διασπάσεις-κατηγοριοποιήσεις των εργαζομένων (π.χ. ντόπιοι-μετανάστες, μόνιμοι-συμβασιούχοι, πόστα και ωράρια, κτλ). Φροντίζουν να μην ενεργοποιηθεί κάτι έξω από τον έλεγχο του σωματείου, σε σημείο που να συνεργάζονται με την εργοδοσία ακόμα και σε ζητήματα απολύσεων για να κατευθύνονται «εκεί που πρέπει» και σε «χρόνο που πρέπει». Πιο συνειδητή έκφραση είναι ο κυβερνητικός συνδικαλισμός. Σε επιχειρησιακά και κλαδικά σωματεία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τα συνδικάτα που ελέγχονται από απόψεις που δένονται απευθείας με αστικά κόμματα, αναλαμβάνουν και πιο σοβαρά και αντεργατικά καθήκοντα.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αυτά τα σωματεία απευθύνονται στους εργαζόμενους μία φορά τον χρόνο μέσω κάποιας συνάντησης ή «κοπή πίτας», μαζί με την εργοδοσία, και στις εκλογές -όποτε κάνουν. Η όποια συμμετοχή σε γενικές ή κλαδικές απεργίες είναι πάντα, ασχέτως του αν συμμετέχουν ή όχι, ενταγμένη στους σχεδιασμούς και τις κατευθύνσεις των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργάνων και μέχρι το επίπεδο έκφρασης μιας «διαμαρτυρίας».
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που η ίδια η επίθεση οδηγεί ενίοτε ακόμα και σε σύγκρουση με την εργοδοσία. Επιχειρησιακά σωματεία που λειτουργούν με τους όρους που περιγράφηκαν παραπάνω, αναγκάζονται να οργανώσουν αντιστάσεις, με τους εργαζόμενους να επιδεικνύουν αποφασιστικότητα και μαχητικότητα. Ακόμα και σ’ αυτές τις καταστάσεις, όμως, αυτό που δεν αλλάζει είναι η λογική της ανάθεσης. Για τις κυρίαρχες δυνάμεις κάθε απόχρωσης, ο στόχος είναι η αναγνώριση των διοικήσεων ως αρμόδιοι να διαπραγματευτούν και όχι το δυνάμωμα της μαζικής πάλης των εργαζομένων ώστε η όποια διαπραγμάτευση να έχει το βέλτιστο αποτέλεσμα ως προϊόν αγώνα και αναμέτρησης.
Τα πρωτοβάθμια που ελέγχονται από το ΠΑΜΕ, όπως και οι ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα, είναι μια κατηγορία σημαντική καθώς, εξαιτίας του αριθμού τους -και της μικρής δυνατότητας των πιο προοδευτικών απόψεων- προβάλλουν ως η εναλλακτική αριστερή πρόταση. Ως το αντίβαρο στη ΓΣΕΕ.
Είναι σωματεία που οι διοικήσεις απευθύνονται στους εργαζόμενους μιλώντας για αγώνα, συσπείρωση με τακτική και στρατηγική. Τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη. Απευθύνονται στους εργαζόμενους για να επικυρώσουν ήδη ειλημμένες αποφάσεις για κινήσεις, δράσεις και απεργίες. Η δράση τους είναι απόλυτα ενταγμένη στην κοινοβουλευτική κατεύθυνση του ΚΚΕ.
Η συνδικαλιστική τους δράση είναι αναγκαία ώστε να μπορεί το ΚΚΕ να υποστηρίξει στην επαφή του με το σύστημα ότι εκφράζει μάζες και να γίνει δεκτή κάποιου είδους διαπραγμάτευση. Πάμπολλες είναι οι περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια όπου τα συνδικάτα αυτά έχουν ακολουθήσει την πεπατημένη. Αποφάσεις και διακηρύξεις για «αγώνα μέχρι τέλους», συσκέψεις κλιμάκωσης, ακτιβισμοί αντιπροσωπειών, κορύφωση με απεργία μιας ημέρας -ιδανικά για αυτούς την ημέρα ψήφισης κάποιου αντεργατικού νόμου ώστε να συνδυάζεται με κάποια πρόταση νόμου του ΚΚΕ- με ανακοίνωση για την «επιτυχία της απεργίας» και την εκτίμηση ότι «δεν θα εφαρμοστεί στην πράξη» ο ψηφισμένος νόμος.
Αυτό το κλειστό σχήμα που προβάλλει ως αγωνιστικό, είναι η κατάσταση στη συντριπτική πλειοψηφία των πρωτοβάθμιων που ελέγχει το ΠΑΜΕ. Για να σταθεί βέβαια σαν λειτουργία πρέπει να ελέγχεται απόλυτα. Άρα, η μη λειτουργία γενικών συνελεύσεων είναι δεδομένη ή, αν είναι αναγκασμένοι να καλούν συνελεύσεις, επιλέγουν ένα σφικτό οργανωτικό τρόπο που να εμποδίζει να εκφραστούν άλλες αριστερές απόψεις. Αλλά κυρίως να αποθαρρύνει την πρωτοβουλία, την ενεργή συμμετοχή, την ανάληψη ευθύνης από εργαζόμενους παρά μόνο από τη θέση του παρακολουθητή, το πολύ της συμμετοχής σε δράσεις απόλυτα ελεγχόμενες. Το κλαδικό συνδικάτο οικοδόμων είναι ενδεικτικό, αφού επί δεκαετίες ελέγχεται και αποτελεί και πρότυπο μαχητικότητας για το ΠΑΜΕ.
Χρήσιμο εργαλείο στα χέρια του ΚΚΕ σε αυτά τα σωματεία είναι ο νόμος 1264/1982 στον οποίο βαφτίζεται «απλή αναλογική» το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής, που φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού, αφού εξασφαλίζουν ότι στις εκλογικές διαδικασίες (μετά την πολυήμερη διαδικασία μεταφερόμενων καλπών) θα υπάρχει άλλο ένα σοβαρό εμπόδιο που θα αποκλείει «εξωγενείς» απόψεις. Η σιωπηρή αποδοχή των όρων φακελώματος του ΓΕΜΗΣΟΕ δείχνει τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής! Η «δημοκρατία» στη λειτουργία αυτών των σωματείων, αν δεν αρκούν οι αστικοί νόμοι, κατοχυρώνεται με βιαιοπραγίες αναπαράγοντας τον νόμο του ισχυρού που το ίδιο το σύστημα προβάλλει.
Για την καλύτερη πολιτική εξυπηρέτηση της ρεφορμιστικής του αντίληψης και του κομματικού του προσανατολισμού, το ΠΑΜΕ γενικά προτιμάει τη συγκρότηση κλαδικών πρωτοβάθμιων σωματείων, ακόμα και σε κλάδους που κυριαρχούν οι μεγάλοι χώροι δουλειάς και συχνά υπάρχει πλήθος επιχειρησιακών σωματείων. Συνήθως έχει τον απόλυτο έλεγχο στα κλαδικά αυτά σωματεία, με βασική αποστολή την εκλογή συνέδρων του για τα δευτεροβάθμια όργανα. Μόνο παρεμπιπτόντως μπορεί να έχουν κάποια δράση, με βασικό όμως στόχο τη συγκέντρωση μελών για τις επόμενες εκλογές και την αύξηση των δικών του αντιπροσώπων. Ιδιαιτερότητα αποτελούν ελάχιστα κλαδικά σωματεία στα οποία παρεμβαίνει με αναβαθμισμένους όρους η εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Σε αυτά μπορεί οι γενικές συνελεύσεις να είναι συχνότερες και οι εκλογικές διαδικασίες πιο συγκροτημένες, αλλά αυτό που εκφράζεται τελικά είναι ένας ακολουθητισμός τόσο στις αντιλήψεις όσο και στις πρακτικές του ΚΚΕ, με παρόμοια αποτελέσματα.
Ιδιατερότητα αποτελούν και τα (ελάχιστα αριθμητικά) λεγόμενα «σωματεία βάσης», που συγκροτούν δυνάμεις της αναρχοαυτονομίας και απορρίπτουν τη συγκρότηση σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο. Οι κινήσεις τους προβάλλουν τη συσπείρωση στο πρόβλημα και αντιτίθενται στην πολιτική συγκρότηση των συνδικάτων, με έντονες δόσεις αντικομμουνισμού και καταστατικά που πολλές φορές φτάνουν να είναι πιο αντιδημοκρατικά και από τους νόμους του αστικού κράτους. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η συγκρότηση των εργαζομένων έχει πρωτίστως πολιτικές και ιδεολογικές απαιτήσεις. Η λειτουργία τους τελικά μπλέκει με τα όρια που βάζει το κράτος και στο αδιέξοδό τους σέρνονται πίσω από το ΠΑΜΕ με τη γραμμή «τουλάχιστον κάτι να γίνεται». Μια καταστροφική επιβεβαίωση της ματαιότητας.