Πώς θα εμπνευστεί ξανά ο κόσμος της δουλειάς στην πάλη του ενάντια στον ταξικό εχθρό;
Η διαδικασία της επαναθεμελίωσης της προοπτικής της συλλογικής πάλης στη συνείδηση των εργαζομένων, πρέπει να λάβει υπόψη την αντίστοιχη διαδικασία αποστοίχισής τους από τα σωματεία και τη μαζική πάλη. Η διαδικασία αυτή ήταν πολύχρονη και πολυεπίπεδη και συνέβη σε παγκόσμια κλίμακα. Μια προσπάθεια απάντησης αυτού του ζητήματος με αποσπασματικό τρόπο, εστιάζοντας π.χ. μόνο σε πλευρές της ελληνικής πραγματικότητας, είναι καταδικασμένη πολιτικά. Το κύριο πολιτικό ζήτημα που καθόρισε την αλλαγή των συσχετισμών σε βάρος του εργατικού κινήματος, υπήρξε η οπισθοχώρηση και τελικά η ήττα του κομμμουνιστικού κινήματος, το οποίο υπήρξε ο κορμός για την ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Η εξέλιξη αυτή έχει δημιουργήσει συγκεκριμένα δεδομένα στο επίπεδο του οράματος για μια άλλη κοινωνία, όπου η εργατική τάξη θα έχει ηγεμονικό ρόλο, άρα και κατ’ επέκταση στην τωρινή δυνατότητα της εργατικής τάξης να θέτει πολιτικούς στόχους. Θεωρούμε ότι αυτό το πολιτικό δεδομένο θα βαραίνει τις προσπάθειές μας για μια ολόκληρη ιστορική φάση που έχουμε προσδιορίσει ως «φάση της ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης ως τάξη για τον εαυτό της». Αυτή είναι μια βασική θέση που δίνει πολιτικό περιεχόμενο στις όποιες επισημάνσεις θα κάνουμε στη συνέχεια, αλλιώς αυτές οι επισημάνσεις θα βρίσκονται στον αέρα.
Σκοπός ύπαρξης του εργατικού κινήματος, λοιπόν, δεν είναι με χυδαίο τρόπο απλώς η «εκπροσώπηση» των εργαζομένων μέσα στο εκμεταλλευτικό σύστημα και η «βελτίωση» των όρων ζωής τους μέσα σε αυτό. Άλλωστε, είδαμε και όλους αυτούς που προπαγάνδιζαν την αποπολιτικοποίηση προς όφελος της «άμεσης βελτίωσης των όρων ζωής», πόσο τελικά έχουν βελτιώσει τους όρους ζωής των εργαζομένων, και πού τους οδήγησαν. Σκοπός του εργατικού κινήματος είναι «και αυτά» (η βελτίωση των όρων ζωής), αλλά «και μέσα από αυτά», η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης στο γιατί υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, πώς θα αυτή θα ανατραπεί και ποια είναι η θέση εργατικής τάξης μέσα σε αυτή την πορεία. Εν τέλει, η συγκρότηση της εργατικής τάξης περνάει μέσα από τη συνειδητοποίηση της ιστορικής της κοινωνικής αποστολής.
Άλλο τόσο όμως, τα παραπάνω μένουν κενό γράμμα αν εκφυλιστούν σε ένα αναμάσημα, μια ανούσια διάλεξη, αν δεν μεταφραστούν σε συγκεκριμένα πολιτικά και συνδικαλιστικά καθήκοντα, σε στόχους πάλης. Το πρωταρχικό καθήκον που πρέπει να μπει στις διαδικασίες των εργαζομένων είναι η αναγνώριση της πραγματικής κατάστασης, του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων, εν τέλει της ίδιας της πραγματικότητας, χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι διαισθητικά και εμπειρικά πολύ καλά καταλαβαίνουν αυτό το ζήτημα. Οι ηγεσίες σκόπιμα περιγράφουν μια εικονική κατάσταση, όπου πηγαίνουμε ως κίνημα «από νίκη σε νίκη», «αφήνουμε τους νόμους στα χαρτιά», σχεδιάζουμε «μεγαλεπήβολες προτάσεις»… Η οπορτουνιστική αυτή πολιτική που γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον κόσμο της δουλειάς γίνεται σκόπιμα, προκειμένου να μην αναγνωρίσει το κίνημα τα βασικά του καθήκοντα, και να μην απολογηθούν οι ηγεσίες απέναντι σε αυτά. «Δείξαμε τη δύναμή μας» (λες και αυτό είναι ο στόχος ενός αγώνα), και πάμε παρακάτω! Αυτή η πρακτική είναι εμπεδωμένη στο σύνολο του εργατικού κινήματος, όχι μόνο σε μία παράταξη. Βασικό σημερινό καθήκον για το εργατικό κίνημα είναι η αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου και η διεκδίκηση βασικών δικαιωμάτων που έχουν χαθεί. Η περιγραφή μιας εικονικής κατάστασης «αντεπίθεσης» των εργαζομένων στην πράξη τούς απομακρύνει από τους στόχους πάλης τους, και αυξάνει την ανεμπιστοσύνη τους. Ακόμα περισσότερο, η περιγραφή από τις αστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες μιας πραγματικότητας όπου οι εργαζόμενοι έχουν να κερδίσουν μπαίνοντας στον θεσμικό διάλογο με την εργοδοσία απονεκρώνει εντελώς οποιαδήποτε διαδικασία πάλης.
Δεύτερο ζήτημα, είναι οι διαδικασίες και η ζωή των σωματείων, η δημοκρατική τους λειτουργία. Αυτό το ζήτημα είναι κεφαλαιώδες. Πλην όμως, συνδέεται καθοριστικά με το πρώτο. Γιατί άλλου είδους λειτουργία απαιτεί από τα μέλη ενός σωματείου ένας αγώνας περιορισμένου ορίζοντα, ή μια απεργία «για τα μάτια του κόσμου», και άλλου είδους λειτουργία απαιτεί ο προσδιορισμός ενός στόχου πάλης και η υλοποίησή του. Γι’ αυτό οι στόχοι πάλης πρέπει να είναι ξεκάθαροι, κατανοητοί και να γίνεται απολογισμός πάνω στο τι ορίζει ένα σωματείο ως στόχο, και στο αποτέλεσμα που καταφέρνει. Οι διαδικασίες όπου η συζήτηση εκφυλίζεται, χάνεται το κύριο ζητούμενο, πολλές φορές τα ζητήματα δεν τίθενται καν σε ψηφοφορία, και οι εργαζόμενοι δεν κατανοούν τι εν τέλει αποφασίζεται, ή ακόμα χειρότερα η ηγεσία τραμπουκίζει, αποκλείει και φιμώνει την «ενοχλητική» μειοψηφία, είναι επίτηδες φτιαγμένες έτσι. Προκειμένου οι εργαζόμενοι να νιώθουν ότι είναι μάταιη η συμμετοχή τους στη διαδικασία και να την παραδίδουν από μόνοι τους σε χέρια ενός μηχανισμού μυημένων.
Η συμμετοχή, η πρωτοβουλία, η οργάνωση από τα κάτω, η ακόμα και προσωπική ευθύνη των μελών απέναντι στις αποφάσεις του σωματείου, είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να σπάσει η ανάθεση και να επανεκπαιδευτούν οι εργαζόμενοι στις συλλογικές διαδικασίες. Είναι ταυτόχρονα και όρος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί μέσα στα σωματεία. Και εδώ βρίσκεται και ο δικός μας ρόλος. Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα σωματεία και τις κινητοποιήσεις τους ως αμετακίνητους βράχους μηχανισμών. Πολλές φορές συναγωνιστές ή φίλοι μας αναρωτιούνται «τι νόημα έχει» η συμμετοχή σε ένα σωματείο με μια τέτοια εκφυλισμένη λειτουργία. Αυτό ακριβώς το νόημα έχει: ότι η μη συμμετοχή εργαζομένων με ταξική συνείδηση σε αυτές τις διαδικασίες, διαιωνίζει αυτόν τον εκφυλισμό και «κάνει τη χάρη» στις ηγεσίες να «παίζουν μπάλα μόνες τους». Πολλές φορές συναγωνιστές και φίλοι αναρωτιούνται «ποιο είναι το νόημα» της συμμετοχής μας σε μια κινητοποίηση που έχει ως σκοπό την αποκλιμάκωση. Αυτό ακριβώς το νόημα έχει: τη συσπείρωση δυνάμεων που θέλουν να πάνε ένα βήμα παραπέρα.
Συνεπώς, η ανάκτηση του κύκλου «ορίζω το στόχο πάλης – αποφασίζω τα μέσα πάλης και συμμετέχω στη δράση – κάνω απολογισμό», είναι καθοριστικό ζητούμενο προκειμένου ο εργαζόμενος να μετατραπεί ξανά σε υποκείμενο οργάνωσης της πάλης του, από το να είναι απλώς ένας ακολουθητής που σηκώνει το χέρι του και επικυρώνει με την παρουσία του ένα προαποφασισμένο σχέδιο.
Το τρίτο επίπεδο, αφορά την ανάκτηση της εμπιστοσύνης στα ίδια τα μέσα πάλης του εργατικού κινήματος. Αυτή η διαδικασία δεν είναι μονόπλευρη. Πηγαίνει χέρι-χέρι με την απόρριψη των βαθιά εμπεδωμένων αυταπατών για τη φύση του αστικού κράτους, των μηχανισμών και των θεσμών του. Όταν οι ίδιες οι ηγεσίες των σωματείων προπαγανδίζουν την αξία: του «διαλόγου πάνω στα καλά σημεία του νόμου», των «καλών ευρωπαϊκών οδηγιών που περιέχουν θετικά στοιχεία», των «προτάσεων νόμου», των «συναντήσεων με την εργοδοσία», των «νομικών ρωγμών που πρέπει να αξιοποιούμε» (ανεβάζοντας επίτηδες τις προσδοκίες των εργαζομένων για τις δικαστικές αποφάσεις)… Ή ακόμα χειρότερα, όταν οι ηγεσίες αποκρύπτουν επίτηδες το περιεχόμενο των αστικών νόμων και των επιπτώσεών τους, λέγοντας ότι «η μορφή πάλης που επιλέξαμε είναι νόμιμη», ή ότι «αυτός ο νόμος δεν θα εφαρμοστεί», ή ότι «να μην μιλάμε γι’ αυτό το ζήτημα για να μην τρομοκρατείται ο κόσμος» ή «θα ανοίξουμε μια ηλεκτρονική κάλπη για 15 λεπτά ως ελιγμό αντεπίθεσης»… Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η απονεύρωση της εγρήγορσης των εργαζομένων, η καλλιέργεια αυταπατών, η απομάκρυνση από τα «κλασσικά μέσα πάλης» προς μια ευκολότερη και ανώδυνη επιλογή, και ύστερα στην πράξη η απογοήτευση και η μοιρολατρία ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», η τρομοκράτηση από την «ξαφνική» επίθεση του ταξικού εχθρού, όταν έρχεται η αναπόφευκτη σύγκρουση. Από τη στιγμή της προετοιμασίας ενός αγώνα, και σε κάθε στροφή του, χρειάζεται συστηματική αποκάλυψη των αυταπατών, επαναφορά της συζήτησης στα βασικά, και επιχειρηματολόγηση ότι οι εργαζόμενοι και το κεφάλαιο είναι τάξεις εχθρικές που βρίσκονται σε ανειρήνευτο ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Τέταρτο ζήτημα, είναι η ανατροπή των συσχετισμών μέσα στα σωματεία. Χωρίς την αμφισβήτηση των κυριάρχων αστικών και ρεφορμιστών ηγεσιών στα σωματεία, χωρίς τον κλονισμό του ελέγχου που ασκούν σε αυτά, το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να παράξει τις νίκες εκείνες που θα επαναθεμελιώσουν τη συλλογική οργανωμένη πάλη στα μάτια των μαζών. Όμως, η ανατροπή των συσχετισμών δεν μπορεί να είναι απλώς μια εκλογική καταγραφή (θα χρειαστεί κι αυτό κάποια στιγμή). Είναι όλα τα παραπάνω. Χωρίς τη μεγαλύτερη και συστηματικότερη εμπλοκή των δικών μας δυνάμεων μέσα σε κάθε πτυχή της λειτουργίας των σωματείων, χωρίς το κέρδισμα πρωτοπόρων στοιχείων της εργατικής τάξης στο πλευρό της δικής μας αντίληψης, η σκόνη από τις κινητοποιήσεις θα κατακάθεται και θα βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο. Οι δικές μας δυνάμεις πρέπει να αναλάβουν ευθύνη. Δεν είμαστε μια δύναμη περιγραφής της κατάστασης. Είμαστε μια δύναμη με πολιτική-συνδικαλιστική γραμμή, η οποία πρέπει να θέσει ζητήματα, για τον στόχο πάλης, για το σύνθημα πάλης, για το μέσο πάλης, για τον απολογισμό. Πρέπει να γίνουμε αυστηροί με τον εαυτό μας, και θα θέτουμε το στόχο τμήματα των εργαζομένων να έρχονται κοντά στην άποψή μας πολιτικά και οργανωτικά. Και αυτό πρέπει να μπαίνει στο ζύγι του απολογισμού.
Συνοψίζοντας. Το εργατικό κίνημα θα πυκνώσει τις γραμμές του και θα ανακτήσει τον ρόλο του στα μάτια των πλατιών εργαζόμενων μαζών όταν ανακτήσει τη δυνατότητα του να πετυχαίνει νίκες απέναντι στην πολιτική του συστήματος, να ανατρέπει την επίθεση του κεφαλαίου, να κερδίζει πίσω κατακτήσεις και να βελτιώνει τη ζωή των εργαζομένων. Στη συγκεκριμένη φάση που βρισκόμαστε, το εργατικό κίνημα πρέπει να απαντήσει όλες τις πολιτικές, οργανωτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για μια τέτοια πορεία.