Πώς βλέπουν οι εργαζόμενοι τα σωματεία
Η προσπάθεια ανασύστασης των σωματείων απαιτεί την ανατροπή της αντίληψης που κυριαρχεί στους εργαζόμενους για τα σωματεία και την εμπλοκή τους με αυτά.
Προφανώς και η εικόνα που περιγράφει το πώς αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι τα σωματεία δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι ενιαία. Παρ’ όλα αυτά, μια «γενική» εικόνα αναγκαστικά έχει τη σφραγίδα του αρνητικού πολιτικού συσχετισμού ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες και τις δυνάμεις του κεφαλαίου και της αστικής τάξης. Με αυτή την έννοια, οι νίκες του συστήματος έχουν κατορθώσει σε μεγάλο βαθμό να υιοθετούνται συστημικές απόψεις για το τι είναι συνδικαλισμός. Είναι απόλυτα εξηγήσιμη -σε συνθήκες άγριας επίθεσης και δεξιάς μετατόπισης του πολιτικού σκηνικού, κυριαρχίας ιδεολογικών αφηγημάτων για τη ματαιότητα του συνδικαλισμού που χτίζεται με μπόλικο αντικομμουνισμό- η μη εμπλοκή της πλατιάς μάζας των εργαζομένων με τα συνδικάτα.
Η πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται εκτός σωματείων
Μία μικρή μειοψηφία (20%-25%) εργαζομένων είναι γραμμένη σε καταλόγους σωματείων. Διαφορετική είναι η εικόνα στα σωματεία του δημοσίου λόγω των μικρότερων «προς ώρας» επιπτώσεων για τους εργαζόμενους, της πορείας συγκρότησής τους, των σχέσεων των συνδικάτων με το κράτος. Η εικόνα όμως είναι κοινή και για τους δύο χώρους αν εξετάσουμε όχι απλά την καταγραφή σε καταλόγους, αλλά την πραγματική έννοια του εργαζόμενου-μέλους που συνδικαλίζεται. Η πλειοψηφία των εργαζομένων βρίσκεται εκτός σωματείων και, από τη μια οι όροι της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής πραγματικότητας τη σπρώχνουν να ενωθεί και να οργανωθεί, αλλά από την άλλη, πρέπει να ανατρέψει τις απόψεις που λοιδορούν τα συνδικάτα και τα θεωρούν εμπόδια στο «στρώσιμο» της ζωής ενός εργαζόμενου. Ιδιαίτερα αυτού που κάνει τα πρώτα βήματα και δεν έχει κινηματικές προσλαμβάνουσες λόγω ηλικίας και αρνητικού πολιτικού συσχετισμού. Ιδιαίτερα οι νέοι εργαζόμενοι που βρίσκονται σε εργασιακή περιπλάνηση στην προσπάθεια να επιτύχουν καλύτερες συνθήκες μέσα στον εργασιακό μεσαίωνα, αντιμετωπίζουν με μεγάλη καχυποψία τα σωματεία και όσους συνδικαλίζονται.
Όσο πιο μαζικός και με στοιχεία μονιμότητας είναι ένας εργασιακός χώρος, τόσο πιο εύκολα κατανοείται η αναγκαιότητα συσπείρωσης των εργαζομένων. Είναι λογικό η θέση στην παραγωγή και οι όροι εργασίας (επισφάλεια, όχι μονιμότητα, ημιαπασχόληση κτλ.) να επιδρούν καταλυτικά στον τρόπο που βλέπουν οι εργαζόμενοι την εργασία και κατά συνέπεια τον τρόπο που υπερασπίζονται το δικαίωμα σε αυτήν και παλεύουν για τη βελτίωσή της. Παρ’ όλο λοιπόν που εργαζόμενοι με χρόνια προϋπηρεσίας έχουν εμπειρίες από αγώνες, η χειροτέρευση των όρων επιβίωσης για την εργατική τάξη δημιουργεί αίσθηση ματαιότητας για κάθε προσπάθεια συνδικαλιστικής οργάνωσης και πάλης.
Αν και τα παραπάνω είναι πολύ αρνητικά δεδομένα, θα πρέπει να συμπληρωθούν από το εξής: Ο κάθε εργαζόμενος, είτε είναι μέλος σωματείου είτε δεν έχει γραφτεί ποτέ του, αντιλαμβάνεται ότι η εργοδοσία βλέπει εχθρικά την ίδρυση σωματείου εκεί που δεν υπάρχει. Ακόμα και σε κάποιες περιπτώσεις που η εργοδοσία συμβάλλει στην ύπαρξη εργοδοτικών σωματείων, οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται ότι η έννοια του σωματείου είναι ξένη προς το κεφάλαιο.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο που είναι συνυφασμένη με το καπιταλιστικό σύστημα, η επίθεση στο σύνολο των εργαζομένων, τους σπρώχνει σε αναζήτηση δρόμων αντίστασης και διεκδίκησης. Σημαντικό στοιχείο της περιόδου που διανύουμε είναι η ένταση με την οποία η κυβέρνηση για λογαριασμό του συστήματος χτυπάει τα σωματεία σφίγγοντας πάνω τους τη θηλιά του κράτους με συνεχείς νόμους και διώξεις, που στόχο έχουν τον περιορισμό της δράσης των σωματείων. Αυτό είναι κάτι που καταγράφεται, επίσης, στα μάτια των εργαζομένων.
Σε απόσταση από τα σωματεία τα μέλη τους
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα κομμάτι εργαζομένων που βρίσκεται καταγεγραμμένο σε σωματεία. Αντιλαμβάνεται τη σχέση του με αυτά από «αρκετά μακριά» (με εξαιρέσεις περιόδους που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις). Η σχέση είναι τόσο «μακρινή» εξαιτίας της πολύ περιορισμένης δράσης των συνδικάτων. Δράση που οι εργαζόμενοι δεν μαθαίνουν από τη δική τους συμμετοχή, αλλά από ενημερώσεις των διοικήσεών τους.
Σε χώρους δημοσίου, οι εργαζόμενοι σε μη κινηματικές περιόδους αντιμετωπίζουν τις διοικήσεις ως γραμματείες ενημέρωσης για τους νόμους και τους κανονισμούς γύρω από συντάξεις και διάφορα άλλα εργασιακά δικαιώματα. Φυσικά αυτό μεταφράζεται και στον τρόπο συμμετοχής-παρατήρησης των αραιών συνελεύσεων, αλλά και στον τρόπο που συμμετέχουν στη βασική σωματειακή λειτουργία η οποία είναι η ίδια στον δημόσιο όπως και στον ιδιωτικό τομέα, οι εκλογές.
Η υποχώρηση της πολιτικής προσέγγισης μεταφράζεται σε μια ψήφο-σχέση που, στην καλύτερη, ο εργαζόμενος βλέπει το σωματείο ως δυνατότητα να εκφράζεται μέσα από κάποιους εκπροσώπους που θα έχουν τον νου τους και θα ενημερώνουν, θα προσπαθούν να βελτιώνουν τις συνθήκες, θα αναλαμβάνουν να εκφράζουν αυτοί τις επιδιώξεις των υπολοίπων εργαζομένων. Με μια αναλογία στον ιδιωτικό τομέα, που συχνά η εμπλοκή είναι ακόμη πιο «από μακριά», τα συνδικάτα αντιμετωπίζονται πολλές φορές ως γραφεία εργατολόγων.
Μια σημαντική υπενθύμιση για την παραπάνω εικόνα είναι πως αυτά τα στοιχεία σε καμία περίπτωση δεν είναι ιδιοτροπίες της εργατικής τάξης που επιδιώκει να λύσουν άλλοι τα ζητήματά της, αλλά αποτυπώματα της κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας που μεταφέρεται στους χώρους δουλειάς είτε «άμεσα» μέσω του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, είτε «έμμεσα» μέσω της σφραγίδας του ρεφορμισμού κυρίως (ΠΑΜΕ).
Ενδεικτικό στοιχείο του πώς αποτυπώνεται αυτή η σχέση των εργαζομένων με τα συνδικάτα, είναι η οικονομική συνδρομή των μελών. Η χρηματοδότηση των συνδικάτων δείχνει τον βαθμό αυτονομίας από το κράτος, όμως εδώ αυτό που βασικά μας απασχολεί είναι πως είναι σχεδόν ανύπαρκτα τα σωματεία που ζουν από τις συνδρομές των μελών τους. Η συνδρομή αντιμετωπίζεται με μία «τακτοποίηση» που στην καλύτερη περίπτωση γίνεται στις εκλογές των σωματείων ή στη χειρότερη ποτέ.
Στους αγώνες χτίζονται τα όργανα των εργαζομένων
Σε σωματεία που κινητοποιούνται, οι εργαζόμενοι τροποποιούν την εικόνα τους γι’ αυτά. Επίσης, ένα προοδευτικό δυναμικό εργαζομένων και σε περιόδους ύφεσης παλεύει να ενεργοποιήσει, να ζωντανέψει τις διαδικασίες, να τροποποιήσει την έννοια του σωματείου και κατ’ επέκταση την αντανάκλαση στα μάτια των υπόλοιπων εργαζομένων. Η δύναμη της συλλογικής μαζικής κινητοποίησης σε χώρους βελτιώνει την εμπλοκή, την οργάνωση, τη λειτουργία των σωματείων, τροποποιεί ακόμα και την εικόνα που αποκρυσταλλώνεται στις διοικήσεις. Cosco, efood, Μαλαματίνα και πολλοί μικροί και μεγάλοι αγώνες, αποδεικνύουν τα παραπάνω.
Το σημαντικό κομβικό πολιτικό στοιχείο είναι πως ακόμη και σε όλους αυτούς τους αγώνες, κάποια σοβαρά αρνητικά δεδομένα, όπως η λογική της ανάθεσης, επιβιώνουν και αναπαράγονται ακόμη και μέσα σε μαζικούς και μαχητικούς αγώνες, ως αποτέλεσμα της χρόνιας κυριαρχίας του ρεφορμιστικού και αστικού προσανατολισμού και περιεχομένου της πάλης.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η έννοια του μέλους ενός συνδικάτου συνδέεται με τις πολιτικές αντιλήψεις που κυριαρχούν. Αυτές είναι που καθορίζουν τους στόχους του και τον τρόπο που λειτουργεί και κινείται. Η «από τα μακριά» σχέση που επικρατεί τόσο στους εργαζόμενους που είναι μέλη σε κάποιο σωματείο όσο και (πολύ περισσότερο) σε αυτούς που δεν είναι, διαιωνίζεται στη βάση της κυριαρχίας των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων, που θέλουν τα συνδικαλιστικά όργανα στην υπηρεσία του συστήματος και των πολιτικών-κομματικών τους σχεδιασμών, όχι όργανα οργάνωσης και αγώνα των εργαζομένων. Είναι ενδεικτικό της κατάστασης αποσυγκρότησης το γεγονός ότι ακόμη και στις εκλογές, που είναι η κατεξοχήν επαφή κάποιου με το συνδικάτο του, παραμένει ανοιχτό το ποιος είναι μέλος, μέχρι πότε είναι αν απολυθεί κ.ο.κ.
Στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση βρίσκεται η προοπτική για τους εργαζόμενους. Για να ανατραπεί η κυρίαρχη αντίληψη των εργαζομένων για τα σωματεία, πρέπει αυτά να γίνουν όργανα δικά τους, με ουσιαστική λειτουργία και με στόχο την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και τη συγκρότηση των αγώνων τους. Αλλά και αντίστροφα: για να μπορεί ένα σωματείο να λειτουργεί και να υπηρετεί τις ανάγκες των εργαζομένων, χρειάζεται την ενεργή συμμετοχή τους. Μια διαδικασία που μπορεί να αναπτυχθεί μόνο στη βάση της πάλης ενάντια στην εργοδοσία και την αντεργατική πολιτική.