Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Πανελλαδική Σύσκεψη - Εισηγητικό κείμενο: Υποταγή στην αστική νομιμότητα ή ταξική πάλη;

Υποταγή στην αστική νομιμότητα ή ταξική πάλη;

…Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα, και αν είναι δυνατό, να κάνει τη μιαν εργάσιμη ημέρα δύο. Από την άλλη μεριά η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείνει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα σ’ ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος. Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο, και τα δύο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία. Γι’ αυτό, στην ιστορία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας παρουσιάζεται σαν πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας –πάλη ανάμεσα στο συνολικό κεφαλαιοκράτη, δηλαδή την τάξη των κεφαλαιοκρατών, και στο συνολικό εργάτη, δηλαδή την εργατική τάξη…

Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τ. Α΄, σελ. 246

Το δίκιο της αστικής τάξης, των κεφαλαιοκρατών και των αστών είναι κατοχυρωμένο στην καπιταλιστική κοινωνία. Εφαρμόζεται με τους αστικούς νόμους και διεκπεραιώνεται από τα όργανα επιβολής του κράτους. Στη σημερινή κοινωνία και στον δοσμένο ταξικό συσχετισμό, το αστικό δίκαιο έχει κάνει βήματα επιβολής της ταξικής κυριαρχίας του και της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Παράλληλα ο ίδιος ταξικός συσχετισμός και η υποχώρηση του εργατικού κινήματος ξεδιπλώνουν όλη τη «λαιμαργία» του κεφαλαίου να χτυπήσει ακόμα περισσότερο την οργάνωση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Η αστική τάξη έχοντας εξασφαλίσει την κυριαρχία της στο κράτος, το χρησιμοποιεί σαν δύναμη κρούσης για να καταστείλει την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους, τους πρωτοπόρους αγωνιστές και τα σωματεία που επιμένουν να αγωνίζονται. Στη χώρα μας οι αντεργατικοί νομοί που έχουν περάσει είναι διαδοχικοί και στοχεύουν στην καθυπόταξη της οργανωμένης πάλης, την υποταγή και τον ασφυκτικό έλεγχο των σωματείων.

Τα πρόσφατα μόνο παραδείγματα είναι πολλά. Από τον νόμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ του 2016 που καθιέρωνε το λοκ άουτ των εργοδοτών και άλλαζε το καθεστώς απόφασης για απεργία από τα σωματεία (50%+1), μέχρι τους νόμους Χατζηδάκη-Γεωργιάδη που συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον χτυπώντας τη συνδικαλιστική δράση, υποχρεώνοντας τα σωματεία να μπουν στο ΓΕΜΗΣΟΕ για να είναι νόμιμα, επιβάλοντας τις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, νομιμοποιώντας και διευκολύνοντας την απεργοσπασία κ.ά. Πλάι σε αυτούς τους νόμους πρέπει να προσθέσουμε τον νόμο 4703/2020 του Χρυσοχοΐδη για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, ο οποίος ψηφίστηκε εν μέσω της πανδημίας του Covid-19. Ειδική μνεία πρέπει να κάνουμε στον νόμο για την αξιολόγηση στο δημόσιο αλλά και το νέο πειθαρχικό που εφαρμόζεται από τη νέα χρονιά. Με πρώτο στόχο τους εκπαιδευτικούς και στη συνέχεια τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η κυβέρνηση προωθεί ένα ασφυκτικό και αυταρχικό πλαίσιο ευθυγράμμισης και υποταγής στα κελεύσματα του κεφαλαίου. Πειθαρχικές ποινές, πρόστιμα, μειώσεις αποδοχών και φυσικά απολύσεις περιμένουν τους εργαζόμενους που δεν ευθυγραμμίζονται και διαφωνούν με την αξιολόγηση. Έχοντας προσπαθήσει να χτίσει όλο το προηγούμενο διάστημα τον μύθο της αξιοκρατίας και λοιδορώντας τους δημοσίους υπαλλήλους σαν τεμπέληδες και υψηλόμισθους, τα χρησιμοποιεί σαν ιδεολογικό προκάλυμμα για να χτυπήσει το δικαίωμα στην εργασία και την αξιοπρεπή ζωή. Με βάση αυτά έχει προχωρήσει σε πογκρόμ διώξεων και απολύσεων, με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες του κλάδου να «σφυρίζουν αδιάφορα» και να μην αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους απέναντι στους εργαζόμενους.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι το κεφάλαιο σε αυτή τη φάση νομοθετεί και υπερασπίζεται την εκμετάλλευση των εργαζομένων και ποινικοποιεί κάθε τους προσπάθεια να οργανωθούν και να διεκδικήσουν. Εργαλείο σε αυτή την κατεύθυνση έχει όλο το νομικό και ιδεολογικό οπλοστάσιο το οποίο έχει εξαπολύσει απέναντι στην εργατική τάξη. Έτσι λοιπόν κόβει και ράβει τους νόμους στα μέτρα του, ώστε οι αντιδράσεις των εργαζομένων ει δυνατόν να βγαίνουν στην παρανομία εν τη γενέσει τους και να μπορεί ανενόχλητο να προωθεί την πολιτική του στους εργασιακούς χώρους. Σύμμαχος σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι οι ξεπουλημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, οι οποίες δίνουν διαπιστευτήρια υποταγής στην αστική νομιμότητα κάθε φορά που εγκαλούνται από το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση, και μάλιστα πολλές φορές έχουν βρεθεί απέναντι στους εργαζόμενους επικαλούμενες την αστική νομιμότητα και το αστικό σύνταγμα. Από δίπλα και οι δυνάμεις του ρεφορμισμού, οι οποίες παρά τις αγωνιστικές κορόνες που κατά καιρούς ξεστομίζουν ενάντια στην κυβέρνηση και το κεφάλαιο, καλλιεργούν και αυτές ακριβώς την ίδια υποταγή με τους εργατοπατέρες. Φανερό παράδειγμα η στάση όλων των συστημικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων μπροστά στο νόμο Χατζηδάκη και την εφαρμογή του. Για τους εργατοπατέρες και τα σωματεία που ελέγχουν δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα. Έτρεξαν χωρίς καν να τους ζητηθεί (πολλές φορές) να γράψουν τα σωματεία που ελέγχουν στο ΓΕΜΗΣΟΕ, να στήσουν ηλεκτρονικές κάλπες σε αυτά και τις ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα που ελέγχουν και βέβαια να το δικαιολογήσουν σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό. Από δίπλα και οι ρεφορμιστές του ΠΑΜΕ-ΚΚΕ οι οποίοι αφού διακήρυσσαν σε κάθε τόνο ότι ο νόμος Χατζηδάκη «θα μείνει στα χαρτιά» και «δεν θα εφαρμοστεί» και τον κατακεραύνωναν σαν αντεργατικό, έγραψαν σωματεία που ελέγχουν στο ΓΕΜΗΣΟΕ και βρήκαν τη φαεινή να στήσουν ηλεκτρονικές κάλπες σε όποιες αρχαιρεσίες προέκυπταν αλλά να μην τις κοινοποιούν στους εργαζόμενους.

Ίδια περίπου κατάσταση και με την εφαρμογή της αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς. Η συνδικαλιστική ηγεσία των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ-ΣΥΝΕΚ έχει ανοίξει τον δρόμο για το πέρασμα της αξιολόγησης (άλλωστε πότε δεν είπαν πραγματικά ότι διαφωνούν) αφήνοντας έκθετους τους εργαζόμενους, και το ΠΑΜΕ στην εκπαίδευση, μαζί με κομμάτι των Παρεμβάσεων, με τα «Ενιαία Κείμενα» (το αντίστοιχο «κόλπο» των ηλεκτρονικών καλπών που δεν ανακοινώνονται), αποδέχονται την αξιολόγηση και διαφεύγουν από την πραγματική αναγκαιότητα του αγώνα. Σε μια αντισυνδικαλιστική-δεξιά λογική, το ΠΑΜΕ χρησιμοποιεί επιχειρήματα «Γεωργιάδη», λέγοντας ότι δεν εμποδίζουμε αξιολογήσεις για εκπαιδευτικούς που έχουν πει ότι «θέλουν να αξιολογηθούν». Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό σε συνθήκες απειλών για απολύσεις και πειθαρχικά, σημαίνει επί της ουσίας διάλυση του μετώπου του αγώνα. Αναφέρουμε αυτά τα 2 χαρακτηριστικά παραδείγματα (και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και αλλά) για να δείξουμε ότι δεν είναι εξαίρεση η κατάσταση στο δημόσιο με την αξιολόγηση ή με την εφαρμογή του νόμου Χατζηδάκη. Είναι η κυρίαρχη κατάσταση που αναπαράγεται με κάθε αφορμή και κάθε εφαρμογή κάποιου αντεργατικού νόμου ή μέτρου. Από τη μία οι δυνάμεις του συστήματος και του εργοδοτικού συνδικαλισμού που τρέχουν να εφαρμόσουν τους νόμους και από πίσω οι παρατρεχάμενοί τους (οι δυνάμεις του ρεφορμισμού) που τους εφαρμόζουν με διάφορα τερτίπια και πάντα με πολλές αγωνιστικές και ταξικές κορόνες.

Το βασικό πρόβλημα και ζήτημα που προκύπτει είναι ότι κανείς από όλους αυτούς δεν προτάσσει σε καμία από τις περιπτώσεις τη γραμμή της κεντρικής μάχης-αντιπαράθεσης με τη γραμμή της επίθεσης η οποία εξελίσσεται. Όχι μόνο λοιπόν δεν κάνουν αυτό, αλλά σαμποτάρουν και λοιδορούν με τον χειρότερο τρόπο αυτούς που βάζουν αυτή τη γραμμή. Αναφερόμαστε στο παράδειγμα του ΣΕΤΗΠ (Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής) όπου η πλειοψηφία του σωματείου (ΠΑΜΕ) αποφάσισε να εφαρμόσει τις ηλεκτρονικές κάλπες χωρίς να τις ανακοινώσει αλλά και χωρίς καν να ενημερώσει τους συναδέλφους στη Γενική Συνέλευση και το ΔΣ. Στην καταγγελία της Ταξική Πορείας για αποχή από τις κάλπες που εισάγουν στο σωματείο την εφαρμογή του αντεργατικού νόμου Χατζηδάκη απάντησε με τραμπουκισμούς, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις του σωματείου (εξωκοινοβούλιο και αυτονομία) συμμετείχαν. Αντίστοιχα και με μεγαλύτερη ένταση στο ζήτημα της αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς. Η απολυμένη εκπαιδευτικός συναγωνίστρια Χ. Χοτζόγλου η οποία διώκεται για συνδικαλιστική δράση ενάντια στην αξιολόγηση, είναι όνομα ξεχασμένο και διαγραμμένο από τις ανακοινώσεις του ΠΑΜΕ στην εκπαίδευση. Όχι μόνο αυτό, αλλά και στο ίδιο της το σωματείο η στάση είναι εχθρική και πολεμική και πάντα οι δυνάμεις αυτές ψάχνουν διέξοδο… διαφυγής με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στις όποιες διαδικασίες δια αντιπροσώπων χωρίς ουσιαστικά να στηρίζουν την επαναφορά της στο σχολείο.

Πιο ξεκάθαρα τέθηκαν τα ζητήματα την περίοδο της πανδημίας και των απαγορεύσεων. Για το κεφάλαιο ήταν χρυσή ευκαιρία να περάσει ό,τι αντεργατικό και αντιδημοκρατικό μέτρο μπορούσε εκείνη την περίοδο. Το βασικό του ατού ήταν η τρομοκρατία και ο φόβος που υπήρχε σε όλο τον λαό για την εξάπλωση του ιού. Αν και τα μέτρα που παίρνονταν παρουσιάζονταν σαν μέτρα που ενίσχυαν την ασφάλεια, η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Ενισχύθηκε η καταστολή στην κοινωνία, την ώρα που στα εργοστάσια και σε άλλους χώρους δουλειάς (τηλεφωνικά κέντρα, σούπερ μάρκετ), η καραντίνα και οι αποστάσεις ήταν ανέκδοτο, τα μέσα ατομικής προστασίας ανύπαρκτα, τα ωράρια αόριστα και απεριόριστα. Πάνω σε αυτό πάτησε και κήρυξε απαγορεύσεις, πρόστιμα και καταστολή σε όποιον αντιδρούσε. Για τις δυνάμεις του εργατοπατερισμού δεν τέθηκε κανένα ζήτημα, υποτάχθηκαν πλήρως στα κυβερνητικά μέτρα και κήρυξαν παύση κινήματος. Όχι μόνο αυτό, αλλά ενίσχυσαν την τρομοκρατία και την κινδυνολογία και κατηγόρησαν όποιον κινητοποιούταν μέσα στις απαγορεύσεις σαν απερίσκεπτο και επιτήδειο. Από την άλλη, οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, απέναντι στη σφοδρή επίθεση, έδιναν τη γραμμή της συμβολικής απάντησης, δηλαδή καμίας απάντησης. Ενδεικτική η στάση τους στη συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς, τις συγκεντρώσεις έξω από τα νοσοκομεία, τις απεργίες και τις συγκεντρώσεις που έγιναν εκείνη την περίοδο. Τα εκατοντάδες σωματεία και συνδικάτα που ανήκουν στο ΠΑΜΕ και κηρύσσουν την αντεπίθεση «κατέβασαν ρολά» για μήνες και θέση πήραν οι ολιγομελείς αντιπροσωπείες που πόζαραν έξω από το υπουργείο Εργασίας και τα συμβολικά σόου την Πρωτομαγιά στο Σύνταγμα, που πήραν τα εύσημα από όλο το σύστημα για την «υπεύθυνη στάση» τους. Αυτή η ευθυγράμμιση στις επιταγές τις αστικής νομιμότητας από την πλειοψηφία των δυνάμεων του συνδικαλιστικού κινήματος με πρόσχημα τις ιδιαίτερες συνθήκες είναι απόδειξη ότι αυτές οι δυνάμεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε «έκτακτες» ή «κανονικές» συνθήκες, δεν θέλουν και δεν μπορούν να πάνε κόντρα στους νόμους και τα μέτρα του αστικού κράτους. Είναι θα λέγαμε δυνάμεις υποταγής «παντός καιρού», που αντί να προωθούν την πάλη των εργαζομένων, τους υπενθυμίζουν ανοιχτά ή συγκαλυμμένα ότι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα γιατί το κράτος και το κεφάλαιο δεν το επιτρέπει.

Για το κράτος, τα σωματεία πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες που θέτει αυτό και κάτω από τον δικό του έλεγχο. Επειδή όμως το κράτος και οι μηχανισμοί του δεν είναι ανεξάρτητα όργανα, αλλά όργανα που ελέγχονται από την αστική τάξη και τους κεφαλαιοκράτες. Σε κάθε περίοδο, τα σωματεία, οι ομοσπονδίες, τα εργατικά κέντρα έχουν περισσότερους ή λιγότερους «βαθμούς ελευθερίας» ανάλογα με τον ταξικό συσχετισμό αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις-αντιλήψεις που κυριαρχούν σε αυτά. Στα συνδικαλιστικά όργανα αυτό που κυριαρχεί είναι η λειτουργία σύμφωνα με τον συνδικαλιστικό νόμο 1264/1982 και τις αλλαγές που έφεραν οι πιο πρόσφατοι νόμοι. Νόμοι που βάζουν βαθειά το κρατικό χέρι στον έλεγχο των σωματείων και το φακέλωμα των μελών τους, εποπτεύουν και επικυρώνουν τις διαδικασίες τους και κατευθύνουν τη δράση τους (στις εκλογές στα σωματεία, ο δικαστικός αντιπρόσωπος επικυρώνει τα αποτελέσματα σαν εκπρόσωπος του κράτους και της αστικής νομιμότητας). Ενδεικτικά ένα πρωτοβάθμιο σωματείο δεν μπορεί να προκηρύξει απεργία να δεν την προ-αναγγείλει, αν δεν συμμετέχουν στην απόφαση γι’ αυτήν το 50% των μελών του και αν δεν προστατεύει τους μη απεργούς (απεργοσπάστες). Είναι φανερό πως με βάση αυτό αλλά και όλο το υπόλοιπο νομοθετικό πλαίσιο που υπάρχει σήμερα, ένα σωματείο μπορεί πολύ δύσκολα να προκηρύξει απεργία αν δεν την επικυρώσει ο ταξικός του αντίπαλος. Επίσης μέσα στις ίδιες τις διαδικασίες των σωματείων, η υποταγή στην αστική νομιμότητα είναι γραμμή και κατεύθυνση η οποία εξαπολύεται ενάντια στις δυνάμεις του αγώνα. Οι αρχαιρεσίες των σωματείων, των εργατικών κέντρων και των ομοσπονδιών γίνονται με βάση τον 1264, ο οποίος είναι καλπονοθευτικός και αποκλείει τις μικρότερες δυνάμεις και την πολυφωνία στα ΔΣ και τα όργανα. Με βάση την ενισχυμένη αναλογική οι δυνάμεις των ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΜΕ κ.ά. αποκλείουν τις υπόλοιπες δυνάμεις από την εκπροσώπηση στα συνδικαλιστικά όργανα και δημιουργούν μια δομή βαθειά υποταγμένη και ελεγχόμενη.

Η γραμμή λοιπόν της υποταγής στην αστική νομιμότητα είναι η κυρίαρχη. Μπλοκάρει τους εργατικούς αγώνες και στοχοποιεί όποιον αγωνίζεται και οργανώνεται. Σημαίνει αυτό πως από εδώ και πέρα οι εργατικοί αγώνες θα βγαίνουν παράνομοι και το σύστημα θα ξεμπερδεύει με τις όποιες αντιδράσεις; Σε καμία περίπτωση. Πρώτα και κύρια γιατί τα σωματεία, όσο κι αν έχουν διαβρωθεί από τις δυνάμεις και τις αντιλήψεις που κυριαρχούν σε αυτά, δεν παύουν να αντιπροσωπεύουν την αναγκαιότητα υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων και διεκδικήσεων. Αποτελούν έκφραση δηλαδή του ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλον τρόπο να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στο κεφάλαιο και την εργοδοσία από το να συνενωθούν, να περιορίσουν τους ανταγωνισμούς τους και να σταθούν συλλογικά. Τα σωματεία, όμως, για να μπορέσουν να αγωνιστούν για τα συμφέροντα των εργαζομένων, πρέπει να είναι εργαλεία στα χέρια τους. Πρέπει μέσα σε αυτά να ξεκαθαρίζουν οι αντιλήψεις που υπάρχουν και οι εργαζόμενοι να συντάσσονται με τη γραμμή της ταξικής πάλης και σύγκρουσης (με τους νόμους και τις κατευθύνσεις των αφεντικών) και όχι με αυτή της υποταγής στην αστική νομιμότητα και την ταξική συνεργασία.

Μπορεί να ξεπεραστεί η τρομοκρατία του συστήματος και των δυνάμεων της υποταγής, που κατηγορούν τους αγώνες και τις διαδικασίες με τις οποίες δεν συμφωνούν σαν «παράνομες»; Ναι μπορεί και έχει ξαναγίνει. Με τη μαζικότητα και την πλατιά αλληλεγγύη των εργαζομένων οι οποίοι είναι πεισμένοι ότι πρέπει να παλέψουν και ότι το μόνο όπλο που έχουν είναι η ενότητα και η οργάνωσή τους. Μπροστά σε ένα τέτοιο ρεύμα αντίστασης και διεκδίκησης μπορεί μόνο να υποχωρήσει η εργοδοτική και αστική τρομοκρατία και να υπάρξουν σήμερα νίκες. Ακόμη το γεγονός πως η επίθεση στα εργασιακά προχωράει σαν οδοστρωτήρας, δημιουργεί και τους ίδιους τους όρους μαζικών ξεσπασμάτων και αντιστάσεων από τους εργαζόμενους. Γι’ αυτόν τον λόγο, όποτε τους δίνεται η ευκαιρία οι εργαζόμενοι βγαίνουν μαζικά στον δρόμο του αγώνα. Αυτό που τους αποτρέπει να συνεχίσουν είναι η μη ύπαρξη πραγματικής και μαζικής, αγωνιστικής διεξόδου στους χώρους δουλειάς και στα σωματεία τους.

Αντίθετα, για να αποτραπεί η μαζική έκφραση των εργαζομένων, αυτό που μπαίνει μπροστά είναι η γραμμή της συνδιαλλαγής με το κεφάλαιο και της αστικής νομιμότητας. Πόσες φορές εργαζόμενοι που ξεκίνησαν έναν αγώνα ενάντια στις απολύσεις (ΛΑΡΚΟ, Μαλαματίνα), για να μονιμοποιηθούν (βλέπε ΌΤΑ) ή για τα δεδουλευμένα τους, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες (αστικές ή ρεφορμιστικές) δεν τους έσυραν σε ατέλειωτες δικαστικές διαμάχες επικαλούμενοι τα αστικά δικαστήρια σαν τη… μητέρα των μαχών, βάζοντας στην άκρη τους απεργιακούς αγώνες και την οργάνωση της μάχης; Είναι ή δεν είναι αυτή η γραμμή, γραμμή υποταγής στην αστική νομιμότητα και παραγκωνισμός της ταξικής γραμμής της διεκδίκησης και της δημιουργίας όρων πραγματικού αγώνα; Πόσες φορές σε κεντρικούς νόμους της κυβέρνησης, δεν κυριάρχησε η γραμμή της «μη εφαρμογής» και η γραμμή της ανατροπής κριτικαρίστηκε σαν ανεδαφική και ουτοπική από όλους αυτούς (εργατοπατέρες και ρεφορμιστές);

Είναι ή δεν είναι αυτές οι δύο πλευρές έκφραση αυτής της «αντινομίας» και των «δύο δικαίων» που αναφέρει ο Μαρξ στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή; Από τη μία το δίκιο της εργατικής τάξης, να οργανώνεται συλλογικά και να διεκδικεί, και έτσι να πουλάει την εργατική δύναμη της με καλύτερους όρους για αυτήν. Από την άλλη το αστικό κράτος, σαν έκφραση του κεφαλαίου, να νομοθετεί την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, αλλά και να βγάζει παράνομη την όποια προσπάθεια των εργαζομένων να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτό που μας αντιστοιχεί και αυτό που λείπει σήμερα από το εργατικό κίνημα είναι η γραμμή της μη συμμόρφωσης και της αντιπαράθεσης με τα αντεργατικά μέτρα και την αστική νομιμότητα. Αυτή σήμερα είναι η γραμμή που πρέπει να στηριχτεί στο εργατικό κίνημα, να κερδίσει έδαφος και να δημιουργήσει ένα μαζικό μπλοκ αντίστασης και διεκδίκησης. Αυτή τη γραμμή πρέπει να υπηρετήσουμε αν θέλουμε σήμερα να έχουμε νίκες και τα πράγματα να πάνε αλλιώς για τους εργαζόμενους.