
Η πρώτη εισήγηση :
Σήμερα ανοίγουμε μια συζήτηση ιδιαίτερα επίκαιρη και αναγκαία. Τα εργατικά ατυχήματα, όπως γράφουμε και στον τίτλο της αφίσας, στην πραγματικότητα είναι εγκλήματα της εργοδοσίας, του κεφαλαίο και της αντεργατική πολιτικής που προελαύνει. Είναι ανθρωποθυσίες ενός συστήματος που δείχνει την πραγματική απάνθρωπη φύση του όλο και περισσότερο. Την είδαμε στα Τέμπη, τη βλέπουμε στις βυθισμένες βάρκες του Αιγαίου, στη γενοκτονία του λαού της Παλαιστίνη και το πώς αντιμετωπίζουν το παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης. Τη βλέπουμε στην προετοιμασία του λαού και της νεολαίας σε μια άμεση εμπλοκή σε πιθανότητα πόλεμου. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα προσπαθούμε να προσεγγίσουμε τα χαρακτηριστικά της αντεργατικής επίθεσης, τις εργασιακές σχέσεις και την ταξική καταιγίδα που τις κάνει να θυμίζουν μεσαίωνα.
1. Ας ξεκινήσουμε από τα νούμερα, που λένε τη μισή αλήθεια…
Αποκαλυπτικά τις κατάστασης που επικρατεί στους εργασιακούς χώρους είναι τα νούμερα και τα στατιστικά που καταγράφονται στα επίσημα στοιχεία. Εδώ είναι προφανές και αξίζει να σημειωθεί ότι η πραγματικότητα της εργασιακή βαρβαρότητας βρίσκεται πολύ μακριά από αυτές. Είναι καταρχάς η εργοδοτική τρομοκρατία που, σε συνδυασμό με την αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος, επιβάλλουν την κυριαρχία «του νόμου της σιωπής», του φόβου της απόλυσης ή του στιγματισμού, της λογικής «ε και τι νόημα έχει».
Τα νούμερα λοιπόν μιλάνε από μόνα τους και δείχνουν ένα τμήμα της κορυφής του παγόβουνου της ταξικής επίθεσης. Τη χρονιά που διανύουμε και ενώ ακόμη βρισκόμαστε στην αρχή του καλοκαιριού, που ως συνήθως καταγράφεται αύξηση των τραγικών περιστατικών, έχουν καταγραφεί 66 νεκροί εν ώρα εργασίας μέσα στο πρώτο 5μηνο του ‘26, ενώ άλλοι 115 τραυματίστηκαν σοβαρά.
Μόνο το πρώτο 20ήμερο του Μαΐου σκοτώθηκαν 7 εργάτες εν ώρα εργασίας.
Την Τρίτη 19 Μάη 57χρονος εργάτης χτυπήθηκε από παλέτα σε μονάδα επεξεργασίας Αλουμινίου στην Νέα Αρτάκη .
Μια ημέρα πριν, 18/5, 46χρονος καταπλακώθηκε από μπάζα σε έργο κατασκευής δικτύου ομβρίων στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων.
Την ίδια ημέρα, νεκρός 52χρονος υπάλληλος του ΔΕΔΔΗΕ σε έργα σε υποσταθμό στα Πατήσια.
69 χρονος νεκρός εργάτης στα Χανιά μετά από πτώση από σκαλωσιά.
47 χρονος «ενοικιαζόμενος» εργαλαβικός εργάτης στα Μέγαρα νεκρός μετά από πτώση από καλαθοφόρο όχημα.
Εργάτες σοβαρά τραυματισμένοι μετά από έκρηξη σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στους Αγίους Θεοδώρους στην Κόρινθο.
Σοβαρά τραυματισμένος μεταλλεργάτης στη ζώνη του Περάματος.
Σοβαρός τραυματισμός εργάτη στο Ελληνικό μετά από 12 ώρες συνεχόμενης εργασίας.
Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν λίγους μόνο μήνες μετά το τραγικό έγκλημα στο εργοστάσιο της «Βιολάντα» με τις 5 νεκρές εργάτριες και όλα όσα έχουν βγει στη φόρα για την εγκληματική στάση της εργοδοσίας. Αδιαφορία για τις ενδείξεις της έκρηξης, κατασκευές χωρίς προδιαγραφές, εξοπλισμός χωρίς συντήρηση και ένα κατάφορο κλήμα ασυδοσίας και τρομοκρατίας απέναντι στις καταγγελίες, τη συλλογική οργάνωση και τον συνδικαλισμό. Αυτή είναι η εργοδοσία και το κεφάλαιο, που αποκαλύπτουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Δεν διστάζουν να θυσιάσουν εργάτες και εργάτριες μπροστά στην εκτίναξη και αναπαραγωγή των κερδών τους.
Είναι εμφανές ότι η τραγική λίστα με τους νεκρούς και σακατεμένους εργάτες και εργάτριες είναι τεράστια και όσο μιλάμε μεγαλώνει όλο και περισσότερο.
2. Προσπαθούν να παραπλανήσουν
Παράλληλα με τα όσα τραγικά συμβαίνουν στους χώρους εργασίας, οι κυβερνήσεις και το κεφάλαιο επιδιώκουν σταθερά να υποβιβάσουν και να αποκρύψουν το μέγεθος και την ένταση των γεγονότων. Σε αυτή την κατεύθυνση, καθοριστικό ρόλο παίζει η σταθερή και συστηματική υποκαταγραφή των περιστατικών που καταγγέλλεται ανοιχτά ακόμη και από θεσμικούς - συνδικαλιστικούς φορείς. Η ΟΣΕΤΕΕ, που αποτελεί συνδικαλιστικό φορέα των τεχνικών-μηχανικών, εξέδωσε πρόσφατη έρευνα με σημαντικά τραγικά στοιχεία για την κατάσταση στην εργασία στη χώρα μας. Μεταξύ άλλων που θα αναφερθούμε παρακάτω, αναδεικνύει το θέμα της υποκαταγραφής.
Μέχρι πρότινος, η ΕΛΣΤΑΤ και η διορισμένη Επιθεώρηση Εργασίας έβγαζαν στοιχεία που βασίζονταν μόνο στις επίσημες καταγραφές και με πολλές προϋποθέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2022 η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε 35 νεκρούς και η ΟΣΕΤΕΕ 104. Το 2023 η ΕΛΣΤΑΤ 51 και η ΟΣΕΤΕΕ 179. Η επιχείρηση απόκρυψης της βαρβαρότητας πάει χέρι-χέρι με την ένταση της επίθεσης.
Στα πιο συγκεκριμένα, καταρχάς στα στοιχεία καταγράφονταν μόνο οι ασφαλισμένοι μισθωτοί ιδιωτικού και δημοσίου. Δηλαδή, μένει έκτος όλη η αδήλωτη και μαύρη εργασία. Κάποιες έρευνες δίνουν μέχρι και 25% επί του συνόλου αδήλωτη εργασία (ας μην ξεχνάμε τη κυβερνητική προπαγάνδα για την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας του εργαζομένου). Επιπλέον, δεν καταγράφονται τα τροχαία, οι επαγγελματικές ασθένειες και τα παθολογικά αίτια. Κάποιες έρευνες αναφέρουν ότι το ποσοστό καταγραφής κινείται στο 30-40% από αυτά που πραγματικά γίνονται.
Τέλος, και πριν επιστρέψουμε στα νούμερα, να πούμε ότι η κυβέρνηση πλέον αντιστρέφοντας τη μέχρι πρότινος τακτική αλλά στην ίδια κατεύθυνση του αποπροσανατολισμού, προσπαθεί να προσδώσει την αύξηση των αριθμών στους «καταιγιστικούς» ελέγχους του κράτους και της Επιθεώρησης Εργασίας. Δεν χρειάζονται παραπάνω σχόλια για την πολιτική που, ενώ νομιμοποιεί την εργασιακή βαρβαρότητα, καυχιέται ότι υπερασπίζεται την εργασιακή αξιοπρέπεια.
Κλείνοντας αυτήν την αναφορά, να πούμε ότι είναι μιας τάξης ζήτημα οι θεσμικές καταγραφές, ακόμη και οι καταγραφές από συνδικαλιστικούς φορείς της αστικής αντιπολίτευσης χωρίς εμπλοκή στους εργασιακούς χώρους και προσφορά στην ταξική πάλη, και είναι μιας άλλης τάξης και ποιότητας ζήτημα η άμεση «καταγραφή» από τους ίδιους τους εργαζόμενους, την εργατική τάξη μέσα από τα εργαλεία πάλης τους. Βάζουμε εισαγωγικά στο λέξη καταγραφή γιατί μια τέτοια σχέση και σύνδεση δεν κάνει απλές καταγραφές (κάνει και τέτοιες), αλλά βγάζει συμπεράσματα για τον ρόλο του καθενός και κυρίως παράγει όρους αντίστασης και αιτήματα πάλης για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στη δουλειά και τη ζωή με αξιοπρέπεια. Μια τέτοια κατεύθυνση λοιπόν πρέπει και μπορούμε να αναδείξουμε μέσα στους εργασιακούς χώρους.
3. Ξανά για τα αιματοβαμμένα νούμερα
Επιστρέφοντας στα αιματοβαμμένα στοιχεία, ας δούμε ορισμένα που εμφανίζονται στην έρευνα της ΟΣΕΤΕΕ για τα εργοδοτικά εγκλήματα.
Το 2025 ολοκληρώνεται με νέο αρνητικό ρεκόρ. 201 νεκροί και 332 σοβαρά τραυματίες εν ώρα εργασίας. Τα αντίστοιχα νούμερα για το 2024 είναι 149 νεκροί και 232 σοβαρά τραυματίες. Για το 2023, 179 νεκροί και 287 τραυματίες αντίστοιχα.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να σταθούμε είναι το μέγεθος των αριθμών. Τα νούμερα είναι πραγματικά τεράστια ιδίως όταν μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Για να το πούμε διαφορετικά, στη χώρα του ήλιου και της θάλασσας, με τις τεράστιες τουριστικές μπίζνες και την τεχνολογική ανάπτυξη, κάθε 2 ημέρες ένας εργάτης ή μια εργάτρια δεν γυρνάει στο σπίτι του και στην οικογένειά του. Την ίδια στιγμή και προσθετικά, η καταγραφή των σοβαρά τραυματισμένων είναι επίσης τεράστια και αναφέρεται σε περιπτώσεις που ναι μεν δεν ήταν θανατηφόρες αλλά προκάλεσαν σοβαρές βλάβες που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι μόνιμες.
Ας ανοίξουμε μια παρένθεση. Σύμφωνα αυτή τη φορά με την Επιθεώρηση Εργασίας, τα δηλωμένα περιστατικά το 2025 είναι 20.500. Τα νούμερα είναι αυξημένα κατά 70% σε σχέση με 4 χρόνια πριν. Θα λέγαμε πως μέσα στην πρεμούρα τους να δικαιολογήσουν πτυχές της πολιτικής τους, αναγκάζονται να δείχνουν και την έκταση του ζητήματος.
Πρώτος κλάδος σε νεκρούς για το 2025 έρχεται ο κατασκευαστικός με 50 νεκρούς. Η τραγική πρωτιά συμβαίνει μετά από πολλά χρόνια που την πρωτοκαθεδρία κρατούσε ο αγροτικός τομέας. Τα μεγάλα «εθνικά» έργα και οι μπίζνες του μεγάλου κατασκευαστικού κεφαλαίου είναι βαμμένα με το αίμα δεκάδων εργατών. Όσο διαβάζουμε δημοσιεύματα για την ανάγκη επίσπευσης της ολοκλήρωσης των μεγάλων έργων όπως το Ελληνικό, Μετρό, ο ΒΟΑΚ κ.ά., τόσο θα μαθαίνουμε για τραγικά περιστατικά και νεκρούς εργάτες.
Ακολουθούν όπως είπαμε παραπάνω ο αγροτικός με 48, οι επίσης πολύπαθοι οδηγοί με 17, ο κλάδος του τουρισμού/επισιτισμού με 15, τα ναυπηγεία με 11, οι διανομείς με 7, οι ΟΤΑ, τα νοσοκομεία.
Για κάθε έναν κλάδο ξεχωριστά είναι ανάγκη η συζήτηση για τις συνθήκες εργασίας να γίνει πιο συγκεκριμένη, ώστε να αποκαλυφθούν οι όροι και οι αιτίες που παράγουν και αναπαράγουν τα μικρά και μεγάλα εργοδοτικά εγκλήματα. Αν κάναμε μια τέτοια κουβέντα θα βλέπαμε πως η αντεργατική επίθεση, και η εργασιακή βαρβαρότητα που κυριαρχεί στις εργασιακές σχέσεις του κάθε κλάδου, δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για κάθε ένα ξεχωριστό περιστατικό.
Συνεχίζοντας, 1/3ο των νεκρών είχε ηλικία άνω των 60. Οι 73 νεκροί είχαν ηλικία μεταξύ 46-59, ενώ οι 68 είχαν ηλικία άνω των 60. Όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με τις σκέψεις των κρατούντων για νέα αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 70+ χρόνια. Είναι προφανές ότι η εκτίναξη του κόστους ζωής σε σχέση με το ύψος των μισθών αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους να δουλεύουν μέχρι τα βαθιά γεράματα ακόμη και σε περισσότερες από μία δουλειές. Ειδικά στις βαριές χειρωνακτικές εργασίες, με μεγάλη έκθεση στις καιρικές συνθήκες ή σε κινδύνους (ύψος κλπ.) το ζήτημα της ηλικίας σε συνδυασμό με την ένταση της εργασίας δημιουργούν ένα εκρηκτικά επικίνδυνο μίγμα.
22 νεκροί από θερμική καταπόνηση. Είναι αυτό που ζήσαμε πέρυσι όσοι δουλεύουμε ή μαθαίνουμε νέα από τις κατασκευές. 1 νεκρός εργάτης στο Ελληνικό και ένας πολύ σοβαρά τραυματίας, 1 νεκρός σε εργοτάξιο στα βόρεια από ανακοπή, ένας νεκρός στον ΒΟΑΚ στο Ηράκλειο Κρήτης. Μετά από όλα αυτά και κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας στα γραφεία της ΤΕΡΝΑ, η εργοδοσία δήλωνε ότι το μόνο που μπορεί να διασφαλίσει είναι το maximum των 60 ωρών την εβδομάδα (δηλαδή 10 ώρες, 6 ημέρες) ακόμη και σε συνθήκες ακραίου καύσωνα. Είναι αυτό που θα το δούμε για άλλη μια χρονιά να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας τους αμέσως επόμενους μήνες.
Το καλοκαίρι, οι υψηλές θερμοκρασίες του καύσωνα και η εργασία σε εξωτερικούς χώρους χωρίς εφαρμογή περιορισμών, εκτινάσσει τους κινδύνους για κάθε εργαζόμενο, πόσο μάλλον για τις μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες. Όταν στα δημοσιεύματα του αστικού τύπου αναφέρεται η έλλειψη νομοθετικού πλαισίου για την εργασία εν μέσω καύσωνα, όταν αναφέρονται σε εγκυκλίους του υπουργείου με συμβουλευτικό χαρακτήρα, καταλαβαίνουμε ότι η εργοδοσία είναι απόλυτα ελεύθερη να επιβάλλει εργασία σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Καταλαβαίνουμε ότι το κεφάλαιο είναι νομιμοποιημένο να εκβιάζει και να τρομοκρατεί, επιβάλλοντας κάθε επιλογή της. Με βάση τα παραπάνω γίνονται καθαρά ποια πρέπει να είναι τα άμεσα αιτήματα διεκδίκησης και ενοποίησης των κλάδων που βρίσκονται εκτεθειμένοι σε ακραίες συνθήκες και άμεσους κινδύνους για τη σωματική τους ακεραιότητα.
Ένα ιδιαίτερο ζήτημα που παρά την προσπάθεια να βρεθούν στοιχεία δεν έγινε εφικτό, είναι ο αριθμός και τα ποσοστά των νεκρών ή σακατεμένων μεταναστών εργατών. Είναι προφανές ότι ο λόγος που αναζητήσαμε στοιχεία σχετίζεται με την ένταση της εκμετάλλευσης που δέχονται οι μετανάστες στη χώρα μας και γενικά. Χιλιάδες κυνηγημένοι πρόσφυγες και μετανάστες από την Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική κάνουν τις πιο βαριές, ανειδίκευτες και χειρωνακτικές εργασίες σε πολλούς διαφορετικούς κλάδους. Εργάτες γης, οικοδόμοι, αλιεργάτες, βιομηχανικοί εργάτες, ντελίβερι και πολλά άλλα. Χιλιάδες είναι οι εργάτες με μισθούς πείνας, εργασιακές σχέσεις μεσαίωνα, χωρίς ασφάλεια και χαρτιά, που σε πολλές περιπτώσεις θυμίζουν σκλαβοπάζαρα (ας θυμηθούμε τις καταγγελίες για τους εργάτες γης στις φράουλες της Μανωλάδας). Πιστεύει κανείς ότι οι τραυματισμοί, ακόμη και οι θάνατοι σε τέτοιες περιπτώσεις δηλώνονται ως εργατικά ατυχήματα; Το μόνο στοιχείο που βρήκαμε στην έρευνα της ΟΣΕΤΕΕ ήταν η καταγγελία ότι πολλά (χωρίς συγκεκριμένο αριθμό) περιστατικά, ιδίως στην επαρχία, δηλώνονται σαν τροχαία για να αποφύγει ο εργοδότης τα όποια μπλεξίματα. Ο θάνατος του Αιγύπτιου εργάτη στο εργοτάξιο του Ελληνικού έναν χρόνο πριν και ο σοβαρός τραυματισμός ομοεθνή του μέσα σε μια βδομάδα στο ίδιο εργοτάξιο, εκτός των άλλων ανέδειξε και αυτήν την πτυχή. Όσο ο εργάτης πάλευε για τη ζωή του στο χώμα μετά την πτώση, η εργοδοσία καθυστερούσε την κλήση του ασθενοφόρου για να προλάβει να διώξει από το εργοτάξιο τους αδήλωτους μετανάστες εργάτες.
4. Πίσω από τα νούμερα η ταξική αντεργατική επίθεση
Κάπου εδώ μπορούμε και πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες ενός τραγικού φαινομένου που γίνεται όλο μεγαλύτερο. Χρειάζεται να αναζητήσουμε τις αιτίες όχι απλά για να κατανοήσουμε τις εξελίξεις, αλλά για να κατευθύνουμε την πάλη μας και τις προσπάθειές μας μέσα στους εργασιακούς μας χώρους και δίπλα στους συναδέλφους μας, που γίνονται και γινόμαστε θύματα της σύγχρονης εργασιακής βαρβαρότητας. Παρά τις σοβαρές προσπάθειες να υποκρύψουν τις πραγματικές αιτίες, παρά τις προσπάθειες να αποπροσανατολίσουν και να ρίξουν τις ευθύνες στον κάθε εργαζόμενο και εργάτη ξεχωριστά, νομίζουμε ότι η πραγματικότητα βοά από μόνη της. Ο εργασιακός μεσαίωνας, η αντεργατική επίθεση και τα στοιχεία που τη συνθέτουν είναι ο καθοριστικός παράγοντας δεκάδων και εκατοντάδων εργοδοτικών εγκλημάτων που συμβαίνουν καθημερινά σε μικρούς και μεγάλους εργασιακούς χώρους.
Η ταξική επίθεση και η εργασιακή βαρβαρότητα δεν είναι ούτε ένα νέο φαινόμενο, ούτε ελληνικό. Τις τελευταίες δεκαετίες, με επίκεντρο την κρίση και καθοριστικό παράγοντα την οπισθοχώρηση του εργατικού κινήματος, τη διάλυση της οργάνωσης των εργαζομένων, το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να νομιμοποιήσουν και μονιμοποιήσουν την εργασιακή βαρβαρότητα. Επαναλαμβανόμενα αντεργατικά μέτρα προωθούν και εξαπλώνουν την απόλυτη ελαστικοποίηση της εργασίας, τη δουλειά για όσο, όταν και όποτε επιθυμεί ο εργοδότης, με μισθούς πείνας, χωρίς ωράριο, χωρίς συλλογικές συμβάσεις.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τελευταία χρόνια αυξάνονται εκθετικά οι νεκροί και σοβαρά τραυματίες εν ώρα εργασίας. Είναι γιατί οι αντεργατικοί νόμοι που προωθούνται κατά ριπάς έχουν βάλει για τα καλά στο στόχαστρο το δικαίωμα στο 5ήμερο-8ωρο, το δικαίωμα στην ξεκούραση και την ανάπαυση. Ήταν ο «νόμος Χατζηδάκη» που εισήγαγε τη «διευθέτηση ωραρίου» και την «ατομική διαπραγμάτευση». Επέκτεινε σε περισσότερους κλάδους την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και αναίρεσε την υποχρέωση να δίνεται τουλάχιστον η μισή άδεια συνεχόμενη σε κάθε εργαζόμενο το καλοκαίρι. Διευκόλυνε την «ενοικίαση» εργαζομένων και τη δουλειά «με το κομμάτι». Στη ίδια αντεργατική συνέχεια ο «νόμος Γεωργιάδη» επέκτεινε δραματικά την 6ήμερη εργασία και εισήγαγε τις «συμβάσεις κατά παραγγελία». Ο πιο πρόσφατος «νόμος Κεραμέως» ξηλώνει πλέον τους όποιους περιορισμούς υπήρχαν στη «διευθέτηση ωραρίου», μετατρέπει τις «συμβάσεις κατά παραγγελία» σε πραγματικά «μηδενικών ωρών» χωρίς όριο. Δίνει τη δυνατότητα στην εργοδοσία να σπάει την άδεια σε μεμονωμένες μέρες με μόνη υποχρέωση τη μία συνεχόμενη βδομάδα τον χρόνο. Τέλος και σημαντικότερο, επιτρέπει στην εργοδοσία να εκμεταλλεύεται κάθε εργαζόμενο για 13 ώρες τη μέρα δίνοντας ακόμη ένα σημαντικό χτύπημα στο 8ώρο. Πρόκειται για μια συντεταγμένη και παρατεταμένη προσπάθεια απόλυτης ελαστικοποίησης της εργασίας.
Παράλληλα με την αντεργατική επίθεση κινείται και η εντατικοποίηση της εργασίας. Η εργοδοσία και το κεφάλαιο, έχοντας την απόλυτη ελευθερία κινήσεων που της προσδίδει το αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο που αναφέραμε πριν, επιδιώκει να παράγει τη μέγιστη ποσότητα εργασίας, με το λιγότερο εργασιακό κόστος, δηλαδή με τους λιγότερους εργαζόμενους, τα λιγότερα μέτρα ασφάλειας, τα πιο φθηνά υλικά κ.ο.κ. Αυτό απευθείας σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος φορτώνεται στην πλάτη του τεράστιες ποσότητες εργασίας, ενώ η πίεση ώστε να βγαίνουν τα χρονοδιαγράμματα γίνεται όλο και πιο έντονη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα λεγόμενα «burn out», δηλαδή η σωματική και ψυχολογική εξάντληση από την παρατεταμένη πίεση και το στρες. Αν το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στις πιο «εξευγενισμένες» δουλειές, στις πιο χειρωνακτικές και με μεγαλύτερους κινδύνους η πίεση, ο φόρτος εργασίας, τα εξαντλητικά ωράρια, δημιουργούν συνέπειες δίχως επιστροφή.
Είναι καθοριστικής σημασίας ότι η εργασιακή βαρβαρότητα που προσπαθούμε να περιγράψουμε συμβαίνει σε μια φάση που εκτινάσσεται η ακρίβεια, ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής συνολικά, ενώ οι μισθοί, παρά τα πανηγύρια των κυβερνητικών, μένουν στάσιμοι ή ακόμη καλύτερα μειώνονται στη σύγκριση με τον πληθωρισμό. Όταν ένα ενοίκιο κοστίζει όσο ένας μισθός, είναι εμφανές ότι πολύ πλατιές μάζες εργαζομένων που δεν τα βγάζουν πέρα, αναζητούν πρόσθετο μεροκάματο. Ένα μεροκάματο αναγκαίο από τη μια, αλλά με πολλούς κίνδυνους, σωματικούς, κοινωνικούς, ψυχολογικούς, από την άλλη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η κυβερνητική προπαγάνδα για το 13ωρο στηρίχθηκε επάνω στο δήθεν δικαίωμα για επιπλέον μισθό και άρα επιπλέον εργασία.
Κλείνοντας την παρέμβαση που βασίστηκε στην ανάδειξη των στοιχείων και τη σχέση τους με την ταξική επίθεση, να δώσουμε μια τελευταία παρατήρηση και να δώσουμε την πάσα για τη συνέχεια. Είναι προφανές ότι δεν φτάνουν οι καταγραφές και η αναγνώριση της κατάστασης, ούτε για μας, ούτε για τις πλατιές εργαζόμενες μάζες. Είναι το πρώτο βήμα για να γίνει το επόμενο, δηλαδή την αναζήτηση τρόπων και μέσων αντίστασης και διεκδίκησης σε ένα πολύ δύσκολο από πολλές πλευρές πεδίο. Ίσως πρέπει να καταφύγουμε στην ιστορία, ίσως πρέπει να επιστρέψουμε στα βασικά, κυρίως όμως πρέπει να μαζέψουμε αποφασιστικότητα, να επενδύσουμε στη συλλογικότητα, την ταξική ματιά και να αναδείξουμε τον αγώνα για τα αυτονόητα: τη δουλειά με δικαιώματα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.

Η δεύτερη εισήγηση:
Περιγράψαμε το πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η κυβερνητική πολιτική για τους όρους δουλειάς των εργαζομένων. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει θεσπίσει, ταυτόχρονα, μέτρα προστασίας της υγείας και της ασφάλειας. Να τα δούμε συγκεκριμένα, να πούμε όμως εξαρχής τα βασικά. Προφανώς και το σύστημα δεν επιδιώκει να γίνονται ατυχήματα, δεν προσπαθεί να σακατέψει και να σκοτώσει τους εργαζόμενους. Αυτό που επιδιώκει είναι να μεγαλώνει τα κέρδη του, και γνωρίζει ότι προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να κινείται όσο γίνεται πιο «ελεύθερα». Και απέναντι στους εργαζόμενους, και απέναντι στην κοινωνία συνολικά. Αυτή η επιδίωξη είναι που βάζει την ασφάλεια σε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μοίρα.
Γνωρίζει, λοιπόν, το σύστημα ότι η λειτουργία του θα παράγει και τραυματισμούς και αρρώστιες και θανάτους. Αυτό που επιδιώκει είναι όχι να τα εξαλείψει, γιατί κάτι τέτοιο θα έμπαινε εμπόδιο στον σκοπό της λειτουργίας του. Αυτό που επιδιώκει είναι να τα διαχειρίζεται. Να προστατεύει το κεφάλαιο, να διαχέει την ευθύνη της εργοδοσίας, να τη σπρώχνει «προς τα κάτω» και «προς τα έξω». Να πείθει τους εργαζόμενους ότι «φταίνε», ότι «έτσι είναι η ζωή», ότι «δεν γίνεται αλλιώς». Να απεμπολήσουν δηλαδή το δικαίωμά τους στην υγεία και την ασφάλεια, να υποτάξουν και αυτή την πλευρά της ζωής τους στις ανάγκες του κεφαλαίου. Πρόκειται, επομένως, για δύο πολύ διαφορετικές όψεις του ζητήματος. Το σύστημα, το κεφάλαιο, η εργοδοσία, η κυβέρνηση, οι κρατικοί μηχανισμοί ασχολούνται με την τυπική διαχείριση και αυτό ορίζουν σαν «υγεία και ασφάλεια στην εργασία». Την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους, μας απασχολεί η ουσιαστική ασφάλεια, δηλαδή το δικαίωμά μας να γυρίζουμε απ’ τη δουλειά σώοι και υγιείς.
Το σύστημα επιχειρεί να διαχειριστεί το ζήτημα
Οι πιο πρόσφατες αλλαγές στη νομοθεσία σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια έγιναν στον νόμο του 13ωρου. Επειδή το συνολικό νομικό πλαίσιο είναι διάσπαρτο σε δεκάδες νόμους και διατάγματα, ακόμα περισσότερες υπουργικές αποφάσεις και, εκατοντάδες δικαστικές αποφάσεις, φυσικά δεν μπορούμε να το συζητήσουμε τώρα. Είναι μάλιστα τόσο πολύπλοκο που επιτρέπει διάφορους χειρισμούς και στον τρόπο καταγραφής, μέρος των οποίων βγήκαν στην επιφάνεια μετά τον θάνατο των εργατριών στη «Βιολάντα» και την αντιπαράθεση των κυβερνητικών στελεχών σχετικά με τα στοιχεία που καταγράφονται. Ειπώθηκαν και νωρίτερα, υπάρχουν τα ατυχήματα από και προς τη δουλειά, τα οποία ενώ ορίζονται ως εργατικά ατυχήματα σε σχέση με αποζημιώσεις κτλ., καταγράφονται διαφορετικά. Υπάρχουν οι θάνατοι από «παθολογικά αίτια», που δεν καταγράφονται ως σχετιζόμενοι με την εργασία. Υπάρχουν για παράδειγμα τομείς όπως των ορυχείων και λατομείων ή των ναυτεργατών, που υπάγονται σε αρμοδιότητες άλλων υπουργείων και καταγράφονται ξεχωριστά. Και βέβαια υπάρχουν όλα όσα δεν δηλώνονται πουθενά, ούτε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ούτε στο αστυνομικό τμήμα, ούτε στον ΕΦΚΑ.
Υπάρχει και το ζήτημα των επαγγελματικών ασθενειών, που κατά κανόνα δεν αφορά έναν συγκεκριμένο εργοδότη αλλά ευρύτερα κλάδους και συνθήκες που επιβαρύνουν αθροιστικά έναν εργαζόμενο, με τις συνέπειες να εμφανίζονται σταδιακά. Με αυτό το ζήτημα, παρότι εκτιμάται ότι προκαλεί κάποιες χιλιάδες θανάτους κάθε χρόνο και με πιο σημαντικό παράγοντα τις υπερβολικές συνολικές ώρες εργασίας, στην Ελλάδα ουσιαστικά δεν ασχολείται κανείς. Η όποια καταγραφή είναι αποκλειστικά ευθύνη του γιατρού εργασίας σε όποιες επιχειρήσεις είναι τόσο μεγάλες ώστε να απασχολούν τέτοιον, και με τον ίδιο να αποφασίζει αν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της δουλειάς που κάνει ένας εργαζόμενος μέσα στη συγκεκριμένη επιχείρηση και της χειροτέρευσης της υγείας του.
Με αφορμή αυτό το τελευταίο, ας επιστρέψουμε στον νόμο για το 13ωρο. Σ’ αυτόν, λοιπόν, προβλέφθηκε ότι οι γιατροί εργασίας στο μέλλον θα καταγράφουν τις όποιες υποδείξεις τους προς τον εργοδότη ηλεκτρονικά, καθώς και ότι θα μπορούν τα υπουργεία να επιτρέψουν και σε άλλες ειδικότητες γιατρών να δουλέψουν ως γιατροί εργασίας. Αυτά έβαλε ο νόμος σχετικά με τις επαγγελματικές ασθένειες, μαζί και με μια αναφορά στην «ψυχική υγεία», για την οποία βέβαια δεν προβλέπει καμιά μεταχείριση διαφορετική απ’ τις υπόλοιπες ασθένειες που σχετίζονται με τους όρους δουλειάς -πρακτικά τίποτα.
Περισσότερα έβαλε σε σχέση με τους τεχνικούς ασφαλείας. Ουσιαστικά διεύρυνε τις περιπτώσεις που δεν μπορεί ο εργοδότης να δηλώσει τον εαυτό του ως τεχνικό ασφαλείας (έβαλε το όριο στους 20 εργαζόμενους αντί για 50) και πρέπει να πληρώσει κάποιον είτε δικό του υπάλληλο, είτε εξωτερικό, είτε από εταιρία που διαθέτει τεχνικούς ασφαλείας (οι λεγόμενες ΕΞΥΠΠ-Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης, που έχουν επεκταθεί τα τελευταία χρόνια). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η κυβέρνηση ενισχύει την κατεύθυνση διάχυσης της ευθύνης του εργοδότη «προς τα έξω». Στην ουσία δίνει γραμμή στις επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα απασχόλησης «αυτοφοράκηδων», γιατί έτσι αντιμετωπίζονται στην πράξη οι τεχνικοί ασφαλείας, και ακόμα περισσότερο αυτοί που δεν δουλεύουν ως ελεύθεροι επαγγελματίες αλλά ως υπάλληλοι σε ΕΞΥΠΠ. Σ’ αυτή τη βάση διευρύνει τις ειδικότητες αυτών που μπορούν να απασχοληθούν ως τεχνικοί ασφαλείας, επιτρέπει σε πανεπιστήμια και ινστιτούτα να λειτουργούν ως ΕΞΥΠΠ, επιτρέπει σε μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν υποχρεωτικά δικούς τους τεχνικούς ασφαλείας να τους νοικιάζουν και ως ΕΞΥΠΠ σε άλλες επιχειρήσεις, αφαιρεί την απαίτηση να δηλώνεται στην Επιθεώρηση Εργασίας η απασχόληση του τεχνικού ασφαλείας και σε άλλες επιχειρήσεις. Αυτό που βγαίνει συνολικά είναι ότι ο τεχνικός ασφαλείας αντιμετωπίζεται ως αναγκαίο κακό, αλλά τουλάχιστον να κοστίζει λιγότερο στον εργοδότη, κι ας είναι αυτό σε βάρος της -όποιας- σχέσης του με τις πραγματικές συνθήκες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον χώρο δουλειάς.
Κάποιες περιορισμένες αλλαγές έβαλε ο νόμος και για τον συντονιστή ασφάλειας, που είναι ένας ρόλος συγκεκριμένα στα τεχνικά και οικοδομικά έργα. Στα πολύ μεγάλα, βασικά στα μεγάλα δημόσια έργα, απαιτεί μόνιμη παρουσία του. Στα υπόλοιπα, τη μεγάλη πλειοψηφία δηλαδή των οικοδομών, σ’ αυτό που ίσχυε ήδη, ότι ο συντονιστής ασφάλειας «παρίσταται κατά την έναρξη της κατασκευής του φέροντα οργανισμού», προστέθηκε το «και κατά την έναρξη κατασκευής του κελύφους και εσωτερικών διαρρυθμίσεων και κατά την έναρξη κατασκευής ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων».
Πέρα απ’ την κατεύθυνση «προς τα έξω», οι αλλαγές που έφερε ο νόμος για το 13ωρο ενίσχυσαν και την κατεύθυνση «προς τα κάτω». Υπήρχε μια έμφαση στα μέσα ατομικής προστασίας και την προσθήκη των μετρητών βλαπτικών παραγόντων. Φυσικά είναι χρήσιμα όλα αυτά και έχουν και διάφορα επίπεδα προστασίας και άνεσης ανάλογα με το κόστος τους, αλλά στην ουσία τους αποτελούν την τελευταία γραμμή άμυνας για τους εργαζόμενους. Η έμφαση θα έπρεπε να είναι στα χαρακτηριστικά της παραγωγής και του τρόπου δουλειάς, ώστε να μην εκτίθενται οι εργαζόμενοι σε κινδύνους και βλαπτικούς παράγοντες, όχι όταν εκτίθενται να ελπίζουν ότι τα μέσα ατομικής προστασίας θα τύχει να τους καλύψουν. Το πλέον χαρακτηριστικό όμως του πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει το σύστημα το δικαίωμα στην ασφάλεια ήταν, σ’ αυτόν τον νόμο, ο θόρυβος που σήκωσε η Κεραμέως για την υποχρεωτική εκπαίδευση σε τεχνικές ΚΑΡΠΑ και λαβής Χάιμλιχ. Επίσης χρήσιμα, αλλά είναι αυτός ο τρόπος που θα γλιτώσουμε απ’ τους ακρωτηριασμούς, τις πτώσεις, τις ηλεκτροπληξίες, τις εκρήξεις; Όλα αυτά που σακατεύουν τους εργάτες και τις εργάτριες; Η κατεύθυνση που βάζει το σύστημα είναι στην ουσία της αυτή περί «ατομικής ευθύνης», γι’ αυτό την περιγράφουμε ως κατεύθυνση «προς τα κάτω». Ενώ στην πραγματικότητα (και υποτίθεται και ως νομική αρχή), η ευθύνη για τις συνθήκες δουλειάς είναι αποκλειστικά του εργοδότη, γιατί γι’ αυτόν βρίσκεται ο εργαζόμενος στη δουλειά και εκτίθεται σε κινδύνους (πχ. εργατικό ατύχημα θεωρείται το να σε τσιμπήσει μέλισσα στη δουλειά), το σύστημα επιχειρεί να θολώσει αυτή την πραγματικότητα. Επιχειρεί να πείσει τους εργαζόμενους ότι «φταίνε». «Το ‘θελαν και το ‘παθαν» τα εκατοντάδες θύματα της αντεργατικής πολιτικής του, λέει το σύστημα.
Την ίδια ακριβώς λογική υπηρετούν και οι Επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας (ΕΥΑΕ), τις οποίες επίσης λέει η κυβέρνηση ότι ενίσχυσε με τον νόμο για το 13ωρο. Αυτό που πρόσθεσε είναι η υποχρέωση της εργοδοσίας να ενημερώνει την ΕΥΑΕ για κάθε θανατηφόρο εργατικό ατύχημα εντός δύο εργάσιμων ημερών, καθώς και η δυνατότητα έκτακτης συνεδρίασης του συμβουλίου υγιεινής και ασφάλειας, δηλαδή της συνάντησης που κάνει κανονικά κάθε τρίμηνο η ΕΥΑΕ με τη διοίκηση.
Ας πούμε όμως λίγο περισσότερα για τις ΕΥΑΕ γενικά, γιατί κυκλοφορεί πολλή σύγχυση για το ζήτημα, με ευθύνη τόσο της κυβέρνησης όσο και των συνδικαλιστικών ηγεσιών κάθε απόχρωσης. Ο νόμος της δεκαετίας του ’80 που σύστησε τις ΕΥΑΕ, όρισε και τα χαρακτηριστικά τους, βασικά στο πνεύμα της εποχής. ΕΥΑΕ ορίζεται για επιχειρήσεις (ή ξεχωριστές εγκαταστάσεις τους) με πάνω από 50 άτομα, αλλά προβλέπεται παρόμοια δυνατότητα εκλογής αντιπροσώπων για θέματα ΥΑΕ και σε μικρότερες. Τα 2 έως 7 μέλη της ΕΥΑΕ (ανάλογα με το μέγεθος) εκλέγουν και ως μέλη μπορούν να εκλέγονται, σε ενιαίο ψηφοδέλτιο, όλοι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση, δηλαδή και όλα τα διευθυντικά στελέχη (να ξέρουμε ότι αυτό εννοεί ο νόμος όταν λέει όλοι οι εργαζόμενοι και αυτό συμβαίνει και στην πράξη). Κατά τη διάρκεια της διετούς θητείας της, η βασική δουλειά της ΕΥΑΕ είναι να συμμετέχει στις τριμηνιαίες συνεδριάσεις υγιεινής και ασφάλειας μαζί με τον τεχνικό ασφαλείας, τον γιατρό εργασίας και εκπροσώπους του εργοδότη (ή τον ίδιο), όπου θα συζητάει όποια θέματα υγείας και ασφάλειας επιλέγει η μία ή άλλη πλευρά και θα προτείνει τρόπους διαχείρισής τους, χωρίς όμως κάποιου είδους δέσμευση απ’ τη μεριά της επιχείρησης. Τα μέλη της ΕΥΑΕ δικαιούνται να παίρνουν άδειες (κάποιες ώρες ή μέρες) για να συμμετέχουν σε αυτές τις συνεδριάσεις καθώς και για τυχόν εκπαιδεύσεις κι επιμορφώσεις σε ζητήματα υγείας και ασφάλειας. Αν τυχόν υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο, αυτό αναλαμβάνει τα διαδικαστικά των εκλογών για ΕΥΑΕ, αλλά, όπως είπαμε, δεν πρόκειται για δική του, συνδικαλιστική διαδικασία. Η ΕΥΑΕ δεν αφορά αποκλειστικά τα μέλη του σωματείου αλλά το σύνολο αυτών που παίρνουν μισθό απ’ την εταιρία, δεν έχει παρατάξεις, δεν έχει συνδικαλιστική δράση, δεν μπορεί να αγγίζει συνδικαλιστικά ζητήματα, δεν είναι συνδικαλιστικό όργανο. Είναι (και επίσημα νομικά) ένα συμβουλευτικό προς τη διοίκηση όργανο, με αρμοδιότητα να προτείνει μέτρα και να συμβάλλει στην εφαρμογή τους από τους εργαζόμενους.
Σε διάφορους μαζικούς χώρους κατά βάση του τότε δημοσίου (πρώην ΔΕΚΟ κυρίως), πράγματι ΕΥΑΕ έχουν συγκροτηθεί. Συχνά αποτελούνται από ανθρώπους που ψάχνουν διαύλους επικοινωνίας με την ανώτερη διοίκηση για προσωπικό όφελος, με αντάλλαγμα τη συνδρομή στο κουκούλωμα των υπαρκτών ζητημάτων. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν ειλικρινή διάθεση συμβολής, γρήγορα αναδεικνύονται τα όρια που έχει αυτός ο, καθορισμένος απ’ το κράτος, θεσμός. Σε οποιοδήποτε ζήτημα είναι τόσο σοβαρό που απαιτεί η εργοδοσία είτε να ρίξει σοβαρά λεφτά είτε να προχωρήσει σε προσλήψεις, βρίσκει τοίχο και αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει κανέναν μοχλό πίεσης, παρά μόνο ουσιαστικά το σωματείο. Είναι χαρακτηριστικό το πόσο περισσότερο η εργοδοσία ανταποκρίνεται στις παρατηρήσεις των αντασφαλιστών, που κάνουν τακτικές επιθεωρήσεις και αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα της επιχείρησης σύμφωνα με τα ευρήματά τους, σε σχέση με τις όποιες παρατηρήσεις της ΕΥΑΕ. Τα δε σωματεία, που κατά κανόνα στους χώρους αυτούς κινούνται με τη λογική της συνδιαλλαγής και της συνεννόησης με την εργοδοσία, είτε κρύβονται πίσω απ’ την ΕΥΑΕ για να μη θέτουν στα σοβαρά ζητήματα που επιδρούν στην υγεία και την ασφάλεια, είτε την αφήνουν ξεκρέμαστη.
Γι’ αυτόν τον λόγο λέμε ότι οι ΕΥΑΕ είναι θεσμοί στη λογική της διάχυσης της ευθύνης για την υγεία και ασφάλεια, της «συνυπευθυνότητας», της μετακύλισης της εργοδοτικής ευθύνης «προς τα κάτω», προς τους εργαζόμενους. Συνολικά, στη λογική των «κοινών συμφερόντων» μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοσίας. Γι’ αυτόν τον λόγο απέχουμε απ’ τις εκλογές τους. Γι’ αυτόν τον λόγο όλες οι κυρίαρχες συνδικαλιστικές δυνάμεις, και στη χώρα μας και διεθνώς, βάζουν την κατεύθυνση της συγκρότησης ΕΥΑΕ ψηλά στις προτάσεις τους προς τους εργαζόμενους. Και όπου συστήνονται, είναι οι πρώτοι που τις επανδρώνουν. ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΠΑΜΕ, δυνάμεις γύρω απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ, πρακτικά όλοι ακολουθούν την ίδια πρακτική. Αυτή τη λογική, ότι όλα τα ζητήματα αλλά ακόμα περισσότερο το ζήτημα της υγείας και ασφάλειας, είναι «κοινή αγωνία» των εργαζόμενων και της εργοδοσίας και άρα μπορεί να λυθεί στη βάση της συνεννόησης μεταξύ τους, την καλλιεργεί δεκαετίες και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ/ILO, κάτι σαν παγκόσμια ΓΣΕΕ) και γι’ αυτό η κυβέρνηση επιχαίρει ότι, στον νόμο για το 13ωρο, επικύρωσε και δύο διεθνείς συμβάσεις της ΔΟΕ σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια. Με αντίστοιχο τρόπο, η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι και συνολικά το ζήτημα είναι «κοινό», επομένως η «λύση» του βρίσκεται σε μηχανισμούς που θεωρούνται είτε «κοινοί» είτε «ενδιάμεσοι» μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων. Τέτοιοι θεωρούνται το «Συμβούλιο Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων», που λειτουργεί ως κομμάτι του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας του υπουργείου Εργασίας, με τη συμμετοχή εκπρόσωπων των εργαζομένων και των εργοδοτών. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο τριμερής «Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασίας» (EU-OSHA), της οποίας πρόεδρος είναι τώρα ο πρόεδρος της ΟΣΕΤΕΕ (που τουλάχιστον δημοσιεύει τα πιο σοβαρά στοιχεία για τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα), ο οποίος είναι και γραμματέας ΥΑΕ της ΓΣΕΕ και πρόεδρος σε δύο επιτροπές της Κομισιόν («ΥΑΕ, στόχος Vision Zero» και «ΥΑΕ και εξορυκτικές δραστηριότητες (πετρέλαιο, λατομεία, ορυχεία)»). Με τέτοιους όρους δήθεν «απάντησης» του προβλήματος, είναι αναμενόμενο να πηγαίνουμε κάθε χρόνο και χειρότερα.
Οι πραγματικές απαντήσεις είναι σε ταξική βάση
Όπως είπαμε, λοιπόν, και στην αρχή, το ζήτημα της υγείας και της ασφάλειας είναι ταξικό. Το σύστημα επιδιώκει την τυπική διαχείρισή του με όρους ευθυγραμμισμένους με τη βασική του προτεραιότητα, το κέρδος. Οι εργαζόμενοι επιδιώκουμε την ουσιαστική μας ασφάλεια, το δικαίωμά μας να γυρίζουμε σώοι απ’ τη δουλειά. Πραγματικές απαντήσεις λοιπόν μόνο σε αυτή τη βάση μπορούμε να αναζητήσουμε.
Πρώτα απ’ όλα, έχοντας ξεκαθαρισμένο ότι πρόκειται για δικαίωμά μας, το οποίο αμφισβητείται και υπονομεύεται απ’ τις επιλογές της εργοδοσίας που έχουν μόνιμη προτεραιότητα τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Η λογική που θέλει «να μη σταματήσει» η δουλειά ή η παραγωγή, η λογική του «να γίνει γρήγορα», η λογική του «να κοστίζει λιγότερο», η λογική του «ελάχιστου προσωπικού» και -όσο γίνεται- και του «προσωρινού» και του «φτηνού» προσωπικού, όλα αυτά αυξάνουν τα κέρδη αλλά απειλούν εμάς. Αμφισβητείται απ’ όλη την πολιτική που ενισχύει αυτή τη λογική. Την πολιτική του χτυπήματος του 8ώρου, την πολιτική της 13ωρης εκμετάλλευσης κάθε εργαζόμενου, της εντατικοποίησης, της διάλυσης των Συλλογικών Συμβάσεων και του εργατικού εισοδήματος, που αυξάνει τον εκβιασμό για υπερωρίες ή δεύτερη δουλειά, της πληρωμής «με το κομμάτι», των ελαστικών σχέσεων εργασίας, της εργολαβοποίησης και της ενοικίασης εργαζομένων κ.ο.κ. Όλη αυτή η κατεύθυνση, όλη αυτή η επίθεση ουσιαστικά, είναι που μας βάζει σε ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους.
Επομένως, έχοντας ξεκάθαρο ότι η ευθύνη για την υγεία και ασφάλειά μας ανήκει αποκλειστικά και εξ’ ολοκλήρου στην εργοδοσία, αλλά και συνολικότερα στο κεφάλαιο και στο κράτος, που υπάρχει ακριβώς για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και όχι σαν «ουδέτερος διαιτητής». Οι εργαζόμενοι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προστατευτούμε, αλλά δεν είμαστε εμείς που ορίζουμε πώς δουλεύουμε. Η εργοδοσία ορίζει το αντικείμενο της δουλειάς, το τι παράγουν τα εργοστάσια, το ποιες μεθόδους χρησιμοποιούν, τι εξοπλισμός χρησιμοποιείται, πώς εγκαθίσταται, πώς λειτουργεί, πώς συντηρείται, πώς αντικαθίσταται όταν παλιώνει ή όταν αλλάζουν οι συνθήκες λειτουργίας. Η εργοδοσία ορίζει τους ρυθμούς της δουλειάς, το πόσος κόσμος δουλεύει, τι εμπειρία έχει, τι γνωρίζει για τη δουλειά και για τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό, με τι εργαλεία δουλεύει αυτός ο κόσμος, με τι μέτρα προστασίας, με τι σχέσεις εργασίας, με τι μεροκάματα.
Αντίστοιχα, για τους εργαζόμενους το δικαίωμα στην ουσιαστική ασφάλεια είναι δικαίωμα συλλογικό. Το κάτω από ποιους όρους δουλεύει κάθε εργαζόμενος δεν ορίζεται ξεχωριστά για τον καθένα, αλλά συνολικά. Η δουλειά βγαίνει ως συλλογικό αποτέλεσμα, σε μια διαδικασία όπου κάθε εργαζόμενος συμμετέχει στο συνολικό έργο. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, η δουλειά ενός συνεργείου σχετίζεται με την ασφάλεια άλλων εργαζόμενων, συχνά ακόμα και πολύ αργότερα ή ακόμα και σε μεγάλη απόσταση. Στον σύγχρονο τρόπο παραγωγής (δεν εννοώ των τελευταίων χρόνων, εννοώ μετά τον Μεσαίωνα όπου κυριαρχούσε η ατομική παραγωγή), μόνο με σκοπό την απάτη μπορεί κάποιος να μιλήσει για «ατομική υπόθεση». Γι’ αυτό ακριβώς το χρησιμοποιεί συχνά η εργοδοσία και το συνδέει και με τιμωρητικές λογικές και ποινές. Το ίδιο άλλωστε έκανε και η κυβέρνηση στο πλαίσιο του νέου, επιθετικού από κάθε πλευρά, πειθαρχικού των δημοσίων υπαλλήλων: εκεί προστέθηκε ως ειδικό παράπτωμα για τους δημοτικούς υπαλλήλους η «μη χρήση των παρεχόμενων ΜΑΠ». Λες και οι εργαζόμενοι πάνε στη δουλειά για να αυτοκτονήσουν. Συλλογικό δικαίωμα των εργαζόμενων είναι και μόνο συλλογικά μπορούμε να το υπερασπιστούμε.
Πώς λοιπόν υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά μας; Οπωσδήποτε, αρνούμενοι να το απεμπολήσουμε. Αρνούμενοι να αποδεχτούμε σαν «φυσιολογικό» να σκοτώνεται κόσμος στη δουλειά. Επιδιώκοντας να δηλώνεται κάθε περιστατικό, να καταγράφεται, να αποζημιώνεται. Αντί να κουκουλώνεται, να γίνεται ζήτημα που θα γνωρίζουν όλοι οι εργαζόμενοι στον χώρο και θα καταγγέλλεται με όσο το δυνατό μαζικούς όρους. Κόντρα σε λογικές ότι δήθεν «έφταιγε αυτός που το έπαθε», που εκπορεύονται απ’ την εργοδοσία. Κόντρα στην αμηχανία, που είναι αναμενόμενη και παρατηρείται συχνά, αλλά το έδαφός της βρίσκεται ακριβώς στο πλαίσιο που περιγράψαμε ότι προωθεί το σύστημα. Κόντρα στην αντίληψη ότι «δεν το ήθελε το αφεντικό», γιατί το ζήτημα δεν είναι αν το ήθελε ή όχι, είναι ότι η ευθύνη της εργοδοσίας είναι αντικειμενική με βάση τον ρόλο της.
Σ’ αυτή την αναγκαία αγωνιστική απάντηση, τα σωματεία έχουν σοβαρή ευθύνη. Ακριβώς επειδή η απάντηση μπορεί να είναι μόνο συλλογική, δεν επιτρέπεται το σωματείο ενός χώρου δουλειάς ή ενός κλάδου να σφυρίζει αδιάφορα μπροστά στην πιο βίαιη έκφραση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Δεν επιτρέπεται να αφήνει το θύμα ενός εργοδοτικού εγκλήματος χωρίς στήριξη, έρμαιο στον εργοδοτικό μηχανισμό και μάλιστα την ώρα που βρίσκεται τραυματίας. Τέτοιες πρακτικές, που δυστυχώς είναι ο κανόνας, δίνουν το χειρότερο σήμα και προς τους εργαζόμενους και προς την εργοδοσία. Οπωσδήποτε δεν βοηθάνε να μην επαναληφθεί το περιστατικό. Αντίθετα, υπονομεύουν τη θέση των εργαζομένων. Υπονομεύουν και την όποια διεκδίκηση αποζημίωσης, γιατί έχει κι αυτή τη σημασία της και για τα θύματα και για τους υπόλοιπους, κι ας έχει κάνει ό,τι μπορεί το σύστημα για να προστατεύει την εργοδοσία. Να σημειώσουμε ότι το νομικό πλαίσιο για τις αποζημιώσεις είναι βασικά απ’ το 1915, αλλαγμένο μετά την καθολική εφαρμογή της κοινωνικής ασφάλισης το ‘50, οπότε και το κράτος βασικά ανέλαβε τα βάρη του εργοδότη, μέσω των ασφαλιστικών ταμείων. Αλλά υπάρχουν πλευρές σχετικά με την αποζημίωση και την ευθύνη του εργοδότη που καταλήγουν να κρίνονται στα δικαστήρια και, εκεί, έχει σημασία τι μαζική κίνηση έχει συγκροτηθεί στο αν και κατά πόσο το δικαστήριο θα κόψει ή και θα μηδενίσει την αποζημίωση χρεώνοντας «συνυπευθυνότητα» στο θύμα.
Επιπλέον, τα συνδικαλιστικά όργανα και σε πρωτοβάθμιο και σε ανώτερο επίπεδο, έχουν μεγάλη ευθύνη και για τις πιο κεντρικού χαρακτήρα κινητοποιήσεις απέναντι σε μαζικά εγκλήματα, που συγκλονίζουν ολόκληρη την εργατική τάξη της χώρας. Χαρακτηριστικό είναι το αρνητικό παράδειγμα της «Βιολάντα» με τις 5 νεκρές εργάτριες: οι όποιες κεντρικού χαρακτήρα κινητοποιήσεις έγιναν σε μεγάλες πόλεις, έγιναν όχι απλά με πρωτοβουλία εργατικών συλλογικοτήτων (όπως η Ταξική Πορεία), αλλά και χωρίς την παραμικρή στήριξη ή συμμετοχή επίσημων συνδικαλιστικών οργάνων. Το ίδιο σκηνικό είχαμε αντιμετωπίσει και τον Μάη του 2015, όταν η έκρηξη στα διυλιστήρια των ΕΛΠΕ στον Ασπρόπυργο κατέληξε σε 4 νεκρούς (τρεις των ΕΛΠΕ και έναν εργολαβικό) τις βδομάδες που ακολούθησαν. Οι προσπάθειες για κινητοποιήσεις τόσο έξω απ’ τα διυλιστήρια όσο και στο κέντρο της Αθήνας συνάντησαν σοβαρές δυσκολίες: Πλήρη άρνηση απ’ τα συνδικαλιστικά όργανα (με το επιχειρησιακό των ΕΛΠΕ και το Μετάλλου να κρατάνε την ίδια ακριβώς στάση, μια «απεργία» τις 4 μέρες μετά την έκρηξη, τις μέρες δηλαδή που η πυροσβεστική είχε απαιτήσει να κλείσει ο χώρος, και μετά σπρώξιμο στους εργάτες να ξαναρχίσουν τις δουλειές)· Απ’ την πλευρά των δυνάμεων με αναφορά στο εργατικό κίνημα, πολιτικούς ενδοιασμούς στην -άρρητη- βάση ότι, θυμίζουμε, ήταν στην περίοδο της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και τα ΕΛΠΕ ανήκουν κατά το 1/3ο στο κράτος (στο ΤΑΙΠΕΔ για την ακρίβεια).
Τα σωματεία έχουν επίσης σοβαρή ευθύνη για το ζήτημα των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας σε μόνιμη βάση. Αυτές βασικά ορίζονται απ’ τους γενικότερους όρους δουλειάς των εργαζομένων σε μια εγκατάσταση, σ’ ένα έργο, σ’ έναν κλάδο. Αν οι κατευθύνσεις και οι επιλογές της εργοδοσίας είναι που σπρώχνουν σε χειρότερους όρους, και άρα μεγαλύτερους κινδύνους για τους εργαζόμενους, τα σωματεία τους είναι το εργαλείο που -πρέπει να- οργανώνει τον αγώνα ενάντια σ’ αυτές τις κατευθύνσεις. Κομμάτι αυτής της δουλειάς που πρέπει να αναλαμβάνουν τα σωματεία είναι και η αναγνώριση με λεπτομέρειες των ανασφαλών πρακτικών, των επικίνδυνων υλικών, των ακατάλληλων μέσων κτλ. Αυτό φυσικά προϋποθέτει τα σωματεία να βρίσκονται ουσιαστικά μέσα στους χώρους δουλειάς, να έχουν τέτοια σχέση με τους εργαζόμενους που να έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους παντού. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, μόνο αρνητικό δεν είναι ακόμα και το να αποφασίζει ένα σωματείο ότι θα αφιερώσει κάποια μέλη του στην ειδική ενασχόληση με τα ζητήματα υγείας και ασφάλειας. Αυτή όμως η προσέγγιση είναι εντελώς διαφορετική από αυτό που περιγράψαμε ως κρύψιμο πίσω απ’ την ΕΥΑΕ (αν υπάρχει κι αυτή). Γιατί μ’ αυτή την προσέγγιση, τα σωματεία μπορούν πραγματικά να παρέμβουν στα ζητήματα, εκφράζοντας την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων. Δουλειά που δεν μπορεί να ανατεθεί ούτε στις ΕΥΑΕ, που έχει θεσπίσει το κράτος στη βάση που είπαμε, ούτε στην Επιθεώρηση Εργασίας, που αποτελεί έναν κρατικό μηχανισμό στημένο με βάση τις προτεραιότητες και τις κατευθύνσεις της κυρίαρχης πολιτικής. Γιατί και σ’ αυτό το ζήτημα εμφανίζονται οι αυταπάτες που είπαμε νωρίτερα, που -λιγότερο ή περισσότερο καθαρά- αντιμετωπίζουν το κράτος και τους μηχανισμούς του σαν έναν «ουδέτερο διαιτητή». Ακόμα και οι πρόσφατες αλλαγές στη λειτουργία των διευθύνσεων Υγιεινής και Ασφάλειας της Επιθεώρησης Εργασίας ήταν για την καλύτερη ευθυγράμμιση με τους στόχους του υπουργείου Ανάπτυξης περί «επιχειρηματικότητας» και «μείωσης της γραφειοκρατίας», και με βάση τη λογική της «αυτοσυμμόρφωσης» των επιχειρήσεων υπό την καθοδήγηση του κράτους, όχι τη δήθεν «τιμωρία» τους.
Ολοκληρώνοντας και παραμένοντας στους όρους απάντησης απ’ την πλευρά των εργαζομένων. Δεν μπορεί αυτή να αναζητηθεί έξω απ’ τη συνολική αντίσταση στην αντεργατική πολιτική. Αυτή η πολιτική, που χτυπάει κάθε εργασιακό αλλά και κάθε συνδικαλιστικό δικαίωμα, είναι που εξοπλίζει την εργοδοσία με κάθε εργαλείο έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, αλλά και αφοπλίζει τους εργαζόμενους απ’ τα δικά τους εργαλεία υπεράσπισης των δικαιωμάτων τους. Το ζήτημα της υγείας και της ασφάλειας ούτε δημιουργείται αυτόνομα, έξω απ’ τους συνολικούς όρους με τους οποίους εργάζεται και ζει ο κόσμος της δουλειάς, ούτε αντιμετωπίζεται στα σοβαρά έξω απ’ αυτούς. Είναι αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος στη δουλειά και στη ζωή, του δικαιώματος του εργαζόμενου λαού να μη θυσιάζεται για τη λειτουργία και την αναπαραγωγή αυτού του συστήματος της εκμετάλλευσης. Όσο περισσότερο το σύστημα βυθίζεται στους ανταγωνισμούς και τις αντιφάσεις του, τόσο περισσότερο αναζητά διέξοδο στην ένταση της εκμετάλλευσης, στην πλήρη υπαγωγή της ζωής της εργατικής τάξης και των εργαζομένων στις δικές του απαιτήσεις. Αυτό βλέπουμε να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Αυτή τη βαρβαρότητα βλέπουμε να αναδεικνύεται όσο η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την «ανάπτυξη». Μόνο με τον συλλογικό μας αγώνα ενάντια σ’ αυτό το σύστημα, την πολιτική του και τη βαρβαρότητά του, μπορούμε να υπερασπιστούμε το δικαίωμά μας σε δουλειά με ασφάλεια. Και μόνο σ’ αυτόν τον δρόμο μπορούμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες για την αποτροπή των επόμενων εγκλημάτων.