Πώς μια πανδημοσιοϋπαλληλικη στάση εργασίας ενάντια στη συνταγματική αναθεώρηση, μετατρέπεται σε «παναττικη» και τελικά σε υπόθεση όσων συμμετέχουν στη συγκέντρωση
Διαβάσαμε στην ανακοίνωση της ΑΔΕΔΥ με την οποία καλεί σε κινητοποίηση ενάντια στη συνταγματική αναθεώρηση:
«Η Εκτελεστική Επιτροπή της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. κηρύσσει στάση εργασίας την Τετάρτη, 16 Σεπτέμβρη 2026, από ώρα 12.00 έως τη λήξη της βάρδιας, για τους εργαζόμενους που θα συμμετέχουν στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, ώρα 13.00, και καλεί σε μαζική συμμετοχή σε αυτή και στην κλιμάκωση των αγωνιστικών δράσεων που θα ακολουθήσουν».
Αξίζει να σταθεί κανείς στη διατύπωση. Πέρα από το γεγονός ότι ο γενικός τίτλος περί πανδημοσιοϋπαλληλικής στάσης εργασίας μετατράπηκε στην πράξη σε «παναττική» στάση εργασίας, βλέπουμε στην ανακοίνωση αυτή να αφορα, τελικά και μόνο, όσους θα συμμετάσχουν στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα.
Τι σημαίνει αυτό για τους υπόλοιπους εργαζόμενους; Ότι μπορούν να συνεχίσουν κανονικά την εργασία τους; Ότι δεν χρειάζεται να συμμετέχουν στη στάση εργασίας αν δεν παρευρίσκονται στη συγκέντρωση; Ότι ο αγώνας για μισθούς και δικαιώματα είναι υπόθεση κάποιων «μυημένων»;
Δεν πρόκειται για ατυχή εκφραστικά λάθη ή για ασάφειες στη σύνταξη της ανακοίνωσης. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Πρόκειται για συνειδητές επιλογές, που αποτυπώνουν τη βαθύτερη πολιτική κατεύθυνση της σημερινής συνδικαλιστικής ηγεσίας της ΑΔΕΔΥ: να κρατά τον κόσμο της δουλειάς σε απόσταση από την πραγματική πάλη και να περιορίζει τη συμμετοχή του σε ελεγχόμενες μορφές διαμαρτυρίας.
Οι αστικές συνδικαλιστικές δυνάμεις επιδιώκουν να μην ασκηθεί ουσιαστική πίεση στο σύστημα που υπηρετούν. Οι αριστερές ρεφορμιστικές δυνάμεις, από την άλλη, ενδιαφέρονται, πρωτίστως, να διατηρήσουν τον ρόλο του «υπεύθυνου διαμεσολαβητή» ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες και την κυβέρνηση. Και οι δύο λογικές συγκλίνουν σε ένα αποτέλεσμα: στην αποφυγή της πραγματικής κινητοποίησης των εργαζομένων.
Γι’ αυτό, αντί να προκηρύσσονται γενικές συνελεύσεις στα σωματεία και να οργανώνεται ένας πραγματικός απεργιακός αγώνας για την κατάκτηση μισθών και δικαιωμάτων, επιλέγονται οι γνωστές και ακίνδυνες διαδρομές: μια στάση εργασίας περιορισμένου χαρακτήρα, συναντήσεις «εκλεγμένων εκπροσώπων» με την κυβέρνηση, προσφυγές και επικλήσεις νομιμότητας στις δικαστικές αίθουσες ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποια αποσπασματική 24ωρη απεργία της τελευταίας στιγμής, όταν δεν μπορεί πλέον να αποφευχθεί.
Τι μπορεί, λοιπόν, να περιμένει κανείς από την «κλιμάκωση των αγωνιστικών δράσεων που θα ακολουθήσουν», την οποία επικαλείται η ίδια η ανακοίνωση της ΑΔΕΔΥ; Η μέχρι σήμερα πορεία των κυρίαρχων συνδικαλιστικών ηγεσιών δεν αφήνει πολλά περιθώρια αυταπατών.
Ο κόσμος της δουλειάς δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την αναμονή και την ανάθεση. Χρειάζεται να πάρει την υπόθεση στα δικά του χέρια. Να ταρακουνήσει τα σωματεία του, να απαιτήσει γενικές συνελεύσεις, συλλογικές διαδικασίες και αποφάσεις αγώνα. Να προχωρήσει στην οργάνωση ενός πραγματικού απεργιακού κινήματος για την επαναφορά των μισθών και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του.
Ο δρόμος αυτός δεν είναι εύκολος. Είναι όμως ο μόνος δρόμος που μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Γιατί οι μισθοί και τα δικαιώματα των εργαζομένων δεν χαρίζονται. Κατακτώνται μέσα από μαζικό και ανυποχώρητο αγώνα.
