Δύο δεκαετίες πίσω, ο Νόμος 2071/1992 (Άρθρα 69-79), με τίτλο «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας», υποτίθεται πως θα αποτελούσε ορόσημο για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα. Μέσα στις διατάξεις του προβλεπόταν η αποασυλοποίηση, η ανάπτυξη εξωνοσοκομειακών δομών, η τομεοποίηση της ψυχικής υγείας και η προστασία των δικαιωμάτων των ασθενών, στοχεύοντας στην κατάργηση του ασύλου, μέσα από ένα θεσµικό πλαίσιο για την ψυχική υγεία συμμορφωμένο προς τις αντίστοιχες νοµοθεσίες των χωρών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε ξεσπάσει το «σκάνδαλο της Λέρου»(δημοσίευση στην εφημερίδα Observer το 1988 με τις φωτογραφίες φρίκης του ψυχιατρείου που θυμίζουν στρατόπεδο συγκέντρωσης), αναγκάζοντας το τότε Υπουργείο Υγείας να αναλάβει μέτρα για τη διαχείριση της πολιτικής συγκυρίας και τον κατευνασμό της διεθνής κατακραυγής, ακολουθώντας η έγκριση δεκάδων προγραμμάτων με ευρωπαϊκή και ελληνική χρηματοδότηση για την εξανθρώπιση των ασύλων. Χαρακτηριστική για την κατάσταση των ψυχιατρείων της χώρας εκείνη την περίοδο, υπήρξε η καταγραφή του Γάλλου ψυχιάτρου Φελίξ Γκουαταρί στο «Ημερολόγιο Λέρου», όπου αναφέρει φτάνοντας στην Ελλάδα ότι αυτό που περίμενε να αντικρίσει στη Λέρο, το βρήκε στο Δαφνί, και μάλιστα πολύ χειρότερα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, η πραγματικότητα για την ψυχιατρική στην Ελλάδα - κατά πολύ μακριά από τους θεραπευτικούς στόχους που διατείνονταν με τον 2071/92 - προσδιοριζόταν από ένα νομικό πλαίσιο το οποίο δίνοντας βάρος στην επικινδυνότητα των ατόμων με ψυχικές ασθένειες και την ανάγκη τους για θεραπεία, προέβλεπε στην πράξη την ακούσια νοσηλεία – κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας - ως κύρια θεραπευτική μέθοδο. Στα στοιχεία που καταγράφηκαν το 2020, οι ακούσιες νοσηλείες αντιστοιχούσαν στο 57% του συνόλου των ψυχιατρικών νοσηλειών στη χώρα.
Τον Αύγουστο του 2024 ψηφίζεται ο Nόμος 5129/1-8-24, με κυβερνητική πλειοψηφία, μία μέρα πριν κλείσει η Βουλή για καλοκαιρινές διακοπές, για την «Ολοκλήρωση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης» και την «αποασυλοποίηση». Στις διατάξεις του προβλέπεται η κατάργηση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής(Δαφνί) και του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και ανοίγει ο δρόμος για την περαιτέρω εισχώρηση ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στις υπηρεσίες με τη μετατροπή των ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ και την ενίσχυση των παρεμβάσεων ιδιωτών, ΜΚΟ, εργολάβων κλπ. Δεν προβλέπεται η ίδρυση οποιαδήποτε άλλης κοινοτικής δομής ψυχικής υγείας, αφήνοντας τη μοίρα εκατοντάδων ασθενών που νοσηλεύονται στα μεγάλα ψυχιατρικά νοσοκομεία της χώρας, όπως και των εργαζομένων που τα στελεχώνουν, στον αέρα. Οι ψυχικά ασθενείς κατηγοριοποιούνται ακόμη περισσότερο, σε «ήσυχους και ανήσυχους», σε «διαχειρίσιμα» και σε «ανίατα περιστατικά» που θα μπαίνουν σε μονάδες «μεσαίας» ή «υψίστης ασφαλείας», ενισχύοντας το κοινωνικό στίγμα, ενώ παράλληλα προετοιμάζονται οι νέες ψυχιατροδικαστικές φυλακές. Στο χώρο της απεξάρτησης δημιουργείται ο Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης κι Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ) με χαρακτήρα ΝΠΙΔ που υπάγεται στο Υπουργείο Υγείας. Μέσα σε αυτόν συγχωνεύονται όλοι οι φορείς που λειτουργούσαν για δεκαετίες, αμφισβητώντας τις διαφορετικές φιλοσοφίες των προγραμμάτων, και χτυπώντας τα προγράμματα πρόληψης και της στεγνής απεξάρτησης. Αντίστοιχα, στον ίδιο φορέα θα εντάσσονται ιδιωτικές κλινικές απεξάρτησης μαζί με τις ΜΚΟ.
Εξαρχής γίνεται αντιληπτό ότι, η διάλυση της δημόσιας και δωρεάν υγείας, με το χτύπημα στα δικαιώματα των εργαζομένων και των ληπτών υπηρεσιών, απλώνεται και βαθαίνει στο χώρο της ψυχικής υγείας και της απεξάρτησης. Μέσα από σειρά μέτρων βάζουν λουκέτα σε νοσοκομεία και φορείς, συγχωνεύουν μονάδες, ελαστικοποιούν τις σχέσεις εργασίας και ανοίγουν το δρόμο για μαζικές απολύσεις, βαθαίνουν την εντατικοποίηση στους χώρους δουλειάς, σπέρνοντας παράλληλα την τρομοκρατία απέναντι στους εργαζόμενους που σηκώνουν το κεφάλι και διεκδικούν δικαιώματα.
Διώξεις ψυχιάτρων για «παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και έκθεση κατά συρροή».
Με εγκύκλιο του υφυπουργού Υγείας Δημήτρη Βαρτζόπουλου την 1η Φεβρουαρίου 2024 θεσμοθετήθηκε ως υποχρέωση των εφημερευόντων ψυχιάτρων να εξετάζουν άμεσα τους ασθενείς που προσέρχονται στα ΤΕΠ κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας «αποφεύγοντας οποιεσδήποτε καθυστερήσεις» και αποδεσμεύοντας αμέσως τον αστυνομικό υπάλληλο που τους συνοδεύει. Ως αποτέλεσμα, παρεμποδίζεται η διαδικασία της εξέτασης για να υποβάλλονται οι εφημερεύοντες ψυχίατροι σε διαπραγματεύσεις με τους αστυνομικούς, οι οποίοι απαιτούν να εισαχθούν σε νοσηλεία οι ασθενείς που συνοδεύουν, χωρίς να έχουν εξετασθεί και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το αν υπάρχουν διαθέσιμες κλίνες στο εκάστοτε εφημερεύον ψυχιατρικό τμήμα.
Παράλληλα, η μη συμμόρφωση στις απαιτήσεις των αρχών επιφέρει σειρά διώξεων που ασκούνται εις βάρος εφημερευόντων ψυχιάτρων για δήθεν παράβαση καθήκοντος. Χαρακτηριστικά, ένα χρόνο μετά την έκδοση της εγκυκλίου, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και η ΓΑΔΑ επέδωσαν έγγραφο που προέβλεπε πως «οι εφημερεύοντες ψυχίατροι είναι πλέον υπόλογοι και έρχονται αντιμέτωποι με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος αν κρίνουν ότι ο ασθενής που προσήλθε έπειτα από εισαγγελική παραγγελία για εξέταση πρέπει να υποβληθεί σε παρακλινικό έλεγχο προκειμένου να αποφασιστεί αν χρήζει νοσηλείας ή να ενημερώσουν την αστυνομία που συνοδεύει το περιστατικό ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κρεβάτια για νοσηλεία». Από αυτά που έχουν βγει στη δημοσιότητα και γνωρίζουμε:
7 μήνες μετά από 24ωρη απεργία που προκηρύχθηκε από τον Ενιαίο Σύλλογο των Εργαζομένων του Ψ.Ν.Α., με την κάλυψη των ΠΟΕΔΗΝ και ΟΕΝΓΕ, την οποία Υπουργείο Υγείας και 2η ΔΥΠΕ είχαν σπεύσει να βγάλουν παράνομη και καταχρηστική, απήγγειλαν κατηγορίες στον πρόεδρο του σωματείου Θ. Δημουλά για «διατάραξη της λειτουργίας της υπηρεσίας» και «άρνηση συμμόρφωσης στις υποδείξεις των αστυνομικών».
Μέχρι σήμερα έχουμε δει συλλήψεις και σχηματισμό δικογραφίας για τέσσερις ψυχιάτρους(δύο από το Ψ.Ν.Α. και δύο από το Ψ.Ν.Θ.).
Τον Οκτώβριο του 2025, έπειτα από μηνυτήρια αναφορά της «Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Βορειοανατολικής Αττικής», το Πρωτοδικείο ζήτησε από το πρώην Ψ.Ν.Α. «να δώσει» τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εφημερευόντων γιατρών από 1/2/2024 και εφεξής για να διερευνηθεί αν υπάρχει «το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και της έκθεσης κατά συρροή».
Επιρρίπτουν στους υγειονομικούς ευθύνες για «διατάραξη της λειτουργίας» των νοσοκομείων, τη στιγμή που με ψηφισμένο νόμο πάνε να βάλουν λουκέτο στα μεγάλα ψυχιατρικά νοσοκομεία της χώρας, ενώ ανοίγουν οι εφημερίες των ψυχιατρικών νοσοκομείων και των ψυχιατρικών κλινικών των γενικών νοσοκομείων με ελάχιστες έως και καθόλου διαθέσιμες κλίνες, την ώρα που οι ψυχικά ασθενείς επί ώρες παραμένουν δεμένοι με χειροπέδες μέσα στα περιπολικά και στα αστυνομικά τμήματα έως ότου βρεθεί κάποιο διαθέσιμο κρεβάτι για να νοσηλευθούν. Τρομοκρατούν τους υγειονομικούς που αντιστέκονται, ενώ γίνονται λάστιχο καθημερινά για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις εργασιακές συνθήκες πλήρους διάλυσης της δημόσιας ψυχικής υγείας.
Ίδρυση ΕΟΠΑΕ
Από τη στιγμή της κατάθεσης του νομοσχεδίου για την «Ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», το οποίο προέβλεπε – στο πεδίο των εξαρτήσεων – την κατάργηση της αυτοτέλειας των εγκεκριμένων φορέων απεξάρτησης και τη συγχώνευσή τους, με την ίδρυση του ΕΟΠΑΕ, οι εργαζόμενοι στα στεγνά θεραπευτικά προγράμματα, από κοινού με θεραπευόμενους, απόφοιτους προγραμμάτων και τις οικογένειές τους, αντέδρασαν. Προειδοποίησαν για τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις που αφορούσαν το χτύπημα του μοντέλου της στεγνής απεξάρτησης, προωθώντας ακόμη πιο αναβαθμισμένα την πολιτική «μείωσης της βλάβης». Η ψήφιση του Νόμου 5129/1-8-24 κατάργησε το σύνολο των δημόσιων φορέων απεξάρτησης, συγχωνεύοντας το προσωπικό και τις μονάδες τους στον ΕΟΠΑΕ, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο να μπει λουκέτο στα Κέντρα Πρόληψης μετά το 2027.
Εκδικητικές μετακινήσεις προσωπικού
Οι διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι θα διαφυλάσσονταν δήθεν οι διαφορετικές προσεγγίσεις των θεραπευτικών προγραμμάτων και η συνέχιση της λειτουργίας τους, χωρίς να αλλοιωθεί η ταυτότητα ή φιλοσοφία του εκάστοτε φορέα, δεν άργησαν να καταρριφθούν. Η διοίκηση του ΕΟΠΑΕ προχώρησε σε σειρά αποφάσεων με χαρακτήρα πογκρόμ, μετακινώντας ξαφνικά δεκάδες εργαζόμενους δημόσιων δομών απεξάρτησης και μεταφέροντάς τους σε άλλες υπηρεσίες, χωρίς καμία απολύτως εξήγηση, μετακινήσεις σε υπηρεσίες που – σε πολλές περιπτώσεις - δεν σχετίζονταν με την προϋπηρεσία, την εκπαίδευση, ακόμη και την ειδικότητά τους. Ολόκληρες μονάδες έμειναν χωρίς κανέναν από όσους εργάζονταν σε αυτές μέχρι τότε, διακόπτοντας με τον τρόπο αυτόν την θεραπευτική τους σχέση με τους θεραπευόμενους τους - θέτοντας τις ζωές των τελευταίων σε κίνδυνο - και δημιουργώντας απόλυτο χάος και διάλυση στις ήδη υποστελεχωμένες δημόσιες δομές.
Χτύπημα στο μοντέλο της στεγνής απεξάρτησης
Η κατάργηση της αυτοτέλειας των φορέων και η συγχώνευση τους με την ίδρυση του ΕΟΠΑΕ, είχε ως κύριο στόχο στην πραγματικότητα να χτυπήσει το μοντέλο της στεγνής απεξάρτησης(στεγνή θεραπεία, χωρίς τη χορήγηση υποκατάστατων), χτυπώντας το δικαίωμα στη δημόσια και δωρεάν θεραπεία. Η πολιτική «μείωσης της βλάβης» που προωθείται μέσα από το σύνολο των διατάξεων του ψηφισμένου νόμου αποτελεί μία πιο συμφέρουσα για το σύστημα και τους εκάστοτε πολιτικούς εκφραστές του επιλογή, σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
Οδηγεί στην κοινωνική αποδοχή των εξαρτήσεων και – αν όχι στην αύξησή τους – στη συντήρηση του φαινομένου.
Προωθεί για τον εκάστοτε χρήστη έναν ατομικό δρόμο να διαχειριστεί την εξάρτησή του, χρησιμοποιώντας λιγότερο επιβλαβείς ψυχοδραστικές ουσίες(μεθαδόνη, βουπρενορφίνη), χορηγώντας καθαρά σύνεργα χρήσης και παρέχοντας χώρους «ασφαλούς χρήσης», προδιαγράφοντας ως την καλύτερη δυνατή κατάληξη για ένα εξαρτημένο άτομο το να είναι ένας «λειτουργικός χρήστης» στην καθημερινότητα.
Δίνει χώρο για την αύξηση των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στη θεραπεία των εξαρτήσεων, εντάσσοντας στον ίδιο φορέα με τους εγκεκριμένους δημόσιους φορείς τις – πολυδιαφημισμένες από τον Υπουργό Υγείας κ. Α. Γεωργιάδη - ιδιωτικές κλινικές, όπως και τις ΜΚΟ.
Αυξάνει τα κέρδη των φαρμακοβιομηχανιών, με την μονομερή ενίσχυση των προγραμμάτων χορήγησης υποκατάστατων.
Αγνοεί την καταγεγραμμένη δραματική αύξηση των νόμιμων εξαρτήσεων στην Ελλάδα, δηλαδή το αλκοόλ και τις συμπεριφορικές εξαρτήσεις όπως είναι το ίντερνετ και ο τζόγος, μιας και τα προγράμματα χορήγησης υποκατάστατων απευθύνονται μόνο σε χρήστες οπιοειδών(ηρωίνη), επιβεβαιώνοντας πως είναι (άλλος) ένας νόμος που δεν λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά προβλήματα στο χώρο των εξαρτήσεων και δεν στοχεύει στην αντιμετώπισή τους.
Αποκρύπτει τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές διαστάσεις του φαινομένου της εξάρτησης, ανάγοντάς το είτε ως «ατομική βιολογική δυσλειτουργία», είτε ως «υποτροπιάζουσα χρόνια νόσο του εγκεφάλου», που χρήζει φαρμακευτικής θεραπείας.
Τρομοκρατία και συκοφαντία απέναντι στους εργαζόμενους
Επιδιώκεται η πλήρης υποταγή και συμμόρφωση των εργαζομένων στις απαιτήσεις της διοίκησης, σπέρνοντας τρομοκρατία απέναντι σε όποιον διεκδικεί να έχει λόγο στη δουλειά του. Αυτό αναδεικνύεται μέσα από τις μαζικές μετακινήσεις προσωπικού, μετακινήσεις οι οποίες υλοποιούνται όλο αυτό το διάστημα χωρίς να υπολογίζονται εξειδίκευση, εμπειρία, επιστημονική κατάρτιση και χωρίς να προηγείται οποιαδήποτε διαδικασία ή αιτιολόγηση. Στοχοποιώντας κατά κύριο λόγο προσωπικό που διαφωνεί με τη λειτουργία του ΕΟΠΑΕ και το οποίο διεκδικεί δικαιώματα για τους εργαζόμενους και τους θεραπευόμενους των προγραμμάτων, καταγράφονται συστηματικά στην εργασιακή καθημερινότητα κλήσεις εργαζομένων σε απολογία με οποιαδήποτε αφορμή.
Στην ίδια κατεύθυνση, αξιοποιείται και η συκοφαντία εις βάρος εργαζομένων και ολόκληρων προγραμμάτων. Τον Νοέμβριο του 2025 με τηλεοπτική εμφάνιση στον ΣΚΑΪ παρουσιάστηκε ως «εκπρόσωπος των ληπτών υπηρεσιών αντιμετώπισης εξαρτήσεων» μέλος που ανήκει στο επιστημονικό συμβούλιο του ΕΟΠΑΕ (επιλεγμένος δηλαδή από την κυβερνητικά διορισμένη Διοίκηση του ΕΟΠΑΕ), καταγγέλλοντας εντελώς ανυπόστατα εργαζόμενους του ΚΕΘΕΑ πως εργάζονταν χωρίς την κατάλληλη εξειδίκευση και παρουσιάζοντας τα προγράμματα του ΚΕΘΕΑ ως «φυλακές» στις οποίες οι θεραπευόμενοι βιώνουν «βασανιστήρια»(τις καταγγελίες αυτές στη συνέχεια βγήκε σε νέα τηλεοπτική εμφάνιση να καταδικάσει και ο πρόεδρος του ΕΟΠΑΕ). Σε πλήρη σύμπραξη με τη διοίκηση και απέναντι στους εργαζόμενους, έσπευσε να ζητήσει και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων του ΕΟΠΑΕ(πρώην Σύλλογος Εργαζομένων ΟΚΑΝΑ), «να καταλογιστούν οι αναλογούσες ευθύνες και οι καταγγελίες να διερευνηθούν από την ελληνική δικαιοσύνη».
Συνολικά πάει να εδραιωθεί ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι εργαζόμενοι που αντιδρούν απέναντι στις διαλυτικές μεθοδεύσεις της διοίκησης παρουσιάζονται ως «ανεπαρκείς», «ανίκανοι», «τεμπέληδες», προχωρώντας παράλληλα σε συμπεριφορές εκφοβισμού απέναντί τους, απειλώντας ακόμη και με πειθαρχικά μέτρα εργαζόμενους που απλώς διατύπωναν τη γνώμη τους ή κατέθεταν την εμπειρία τους.
Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων – χτύπημα στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας
Οι εργασιακές σχέσεις ελαστικοποιούνται ακόμη περισσότερο, καθώς πλέον συνυπάρχουν στον νεοσύστατο αυτό γραφειοκρατικό οργανισμό οι μόνιμοι ή επικουρικοί εργαζόμενοι των θεραπευτικών προγραμμάτων στα νοσοκομεία, οι εργαζόμενοι αορίστου, ορισμένου χρόνου, ή με ΕΣΠΑ από τις δομές του ΚΕΘΕΑ, εργαζόμενοι μόνιμοι ή ορισμένου χρόνου με μπλοκ παροχής υπηρεσιών από τα προγράμματα του ΟΚΑΝΑ, με κατεύθυνση οι όροι εργασίας των προσλήψεων στο εξής να είναι με όρους δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους και πιο ευέλικτους για την εργοδοσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το γεγονός ότι στις προκηρύξεις του τελευταίου διαστήματος οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου με μπλοκάκι. Παράλληλα, δικαιώματα που ήταν κατοχυρωμένα το προηγούμενο διάστημα, όπως το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους εργαζόμενους του πρώην ΟΚΑΝΑ, δεν ισχύουν πλέον για τις περισσότερες ειδικότητες στους νεοπροσληφθέντες.
Η επόμενη μέρα για τους εργαζόμενους και τους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας και απεξάρτησης
Οι προκλήσεις για τους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας και της απεξάρτησης είναι πολλαπλές. Η επίθεση του συστήματος απέναντι ακόμη και σε στοιχειώδη εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα βαθαίνει και μάλιστα με ρυθμούς εξαιρετικά γρήγορους. Αποτελεί έκφραση στο βάθεμα της αντιλαϊκής πολιτικής που εφαρμόζεται τις τελευταίες δεκαετίες και κομμάτι της πολιτικής διάλυσης στη δημόσια και δωρεάν υγεία. Αξιοποιώντας τα νομικά οπλοστάσια των αντεργατικών νόμων που έχουν ψηφίσει παλιές και νέες κυβερνήσεις, ο Νόμος Βαρτζόπουλου προωθεί αναβαθμισμένα στο χώρο της ψυχικής υγείας την εργασιακή πραγματικότητα της απόλυτης καταστρατήγησης των πιο στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων.
Η ψυχική υγεία, αγαθό που η Δύση με αυξημένους τόνους υπερασπίζεται για την ατομική διαχείριση των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν νεολαία και λαός, θέλουν να είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του συστήματος που υπηρετεί. Δεν αφορά τα δικαιώματα των εργαζόμενων του κλάδου. Δεν αφορούσε τον φοιτητή που διαγράφηκε από τη Νομική ΑΠΘ, ενώ νοσηλευόταν επανειλημμένα σε ψυχιατρικές κλινικές. Αξιοποιείται για να κριθούν 2.500 εκπαιδευτικοί «αδυνατούντες» από υψηλόβαθμα στελέχη του Υπουργείο Παιδείας και για να προωθείται στο εξής (και) η ψυχολογική αξιολόγησή τους πριν μπουν στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η όποια συζήτηση υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες για τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών από μεριάς του συστήματος, ήταν αποτέλεσμα διεκδικήσεων των κινημάτων στο χώρο της ψυχικής υγείας, ως έκφραση των ευρύτερων λαϊκών κινημάτων στη χώρα και τον κόσμο. Αντίστοιχα σήμερα, οι εργαζόμενοι μόνο μέσα από την οργάνωση στους χώρους δουλειάς, μπορούν να οικοδομήσουν καλύτερους όρους για την επόμενη μέρα. Μέσα από τα σωματεία και προσπερνώντας τα συνεχή εμπόδια και την αδράνεια που παγιώνουν οι ξεπουλημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, από κοινού με τους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας και απεξάρτησης να αγωνιστούν για την ανατροπή του Ν. 5129/1-8-24 και όλων των αντεργατικών νόμων, διεκδικώντας δικαιώματα στη δουλειά και τη ζωή με αξιοπρέπεια.